top of page
Αναζήτηση
  • Εικόνα συγγραφέαΒαγγέλης Βουτσινάκης

Χρόνο με τον χρόνο...


...Σαν ο χρόνος να επιταχύνει το βηματισμό του, σαν να προσπερνά τις μέρες μου πιο γρήγορα, πιο βιαστικά· κι εγώ -ο ανόητος- κυνηγώ να τον προφτάσω, όλο και πιο γρήγορα, όλο και πιο πιεστικά, όλο πιο επίμονα κι απεγνωσμένα· γεμάτος άγχος.


Ξέχασα, τότε, που η ώρα ήταν η μόνη παράμετρος τής μέρας που δεν είχε σημασία, πως η μέρα γέμιζε με πολύ παιχνίδι, με πολλούς φίλους, με πολλές βόλτες, με ατέλειωτα χτυποκάρδια και έρωτες· τότε που ο χρόνος -λες και- δεν περνούσε με τίποτα κι οι λεπτοδείχτες έμοιαζαν καρφωμένοι στο ίδιο σημείο!


Στην κάθε μέρα μου χώραγαν, μ’ έναν μαγικό -νομίζω- τρόπο, όλα, κι οι παρέες κι οι σπουδές κι οι διασκεδάσεις κι η δουλειά κι η οικογένεια, δίχως ο χρόνος να σφραγίζει καίρια και απόλυτα τις επιλογές και τα βήματά μου. Αισθανόμουν ότι τον χρόνο και τον καιρό τον ταξίδευα και τον σεργιανούσα με τους δικούς μου όρους κι ας ήταν οι ανάγκες κι οι υποχρεώσεις πολλές -και που διαρκώς πλήθαιναν- ενώ οι ώρες τις μέρας έμεναν πάντα εικοσιτέσσερις.


Κάθε μέρα ερχόταν να ακουμπήσει τη ζωντάνια, τα συναισθήματα, τις εμπειρίες και τις γνώσεις της δίπλα στην προηγούμενη και να χαρίσει πρωινά με λιακάδα κι αθώα χαμόγελα, με τρυφερή ανυπομονησία κι αγουροξυπνημένη αργοπορία, με νυσταγμένες καλημέρες και πεταχτά φιλιά. Αλλά κι οι αναποδιές, οι δυσκολίες κι οι στεναχώριες, οι γκρίνιες κι οι απογοητεύσεις, που ποτέ δεν έλειπαν -πώς θα μπορούσε άλλωστε- δεν όρθωναν τον χρόνο σαν φόβο και σαν δυνάστη μπρος στην απαντοχή, στην αισιοδοξία και στην ελπίδα· μπρος στο «αύριο».


Κι αυτό το πολλά υποσχόμενο «αύριο» ερχόταν και γινόταν δραστήριο και δημιουργικό «σήμερα» και περνούσε ανεπαισθήτως στο «χθες» απλώνοντας δεξιοτεχνικά και με μαστοριά το νήμα τής ζωής ανάμεσα στους δαιδαλώδεις λαβυρίνθους των ευκαιριών, των συγκυριών ή των συμπτώσεων τής καθημερινότητας.


Είχαν όλα τον τρόπο κι εύρισκαν πάντα, άλλοτε εύκολα κι άλλοτε με δυσκολία, τον δρόμο τους· πότε μ’ ένα ξενύχτι παραπάνω για να βγει η ύλη των εξετάσεων, πότε με μια δεύτερη δουλειά για να συμπληρωθεί ο οικογενειακός προϋπολογισμός, πότε με καμιά κοπάνα απ’ το γραφείο για να ξεκλέψουμε μια ακόμα μέρα ξεκούρασης.


‘Ετσι, ο χρόνος έμοιζε να διαστέλλεται και να χωρά μια και δυο και τρεις και τέσσερις άλλες ζωές μαζί· μοιραζόταν σε πρόσωπα, σε εποχές, σε τόπους, σε ο,τιδήποτε καταπιανόμουν, σε ό,τι μ’ ενδιέφερε, με συνάρπαζε και αγαπούσα· η ορμητικότητά μου ξεπερνούσε το αέναο γύρισμα των λεπτοδεικτών κι η νεότητά μου προσπερνούσε με άνεση την κόπωση, τα εμπόδια, τις αντιθέσεις.


Τώρα γιατί κυνηγάω τον χρόνο;


«Είχες όλη τη ζωή μπροστά σου!» σαν να ψιθυρίζει δειλά μια φωνή μέσα μου.


«‘Εχω τη ζωή μπροστά μου!...» Φωνάζω μ’ όλη μου τη δύνανη κοιτώντας με κατάματα στον καθρέφτη τής ψυχής... «Τ’ ακούς;»


Ο χρόνος δεν δίνει αξία στη ζωή, στη ζωή μου, η ζωή, η ζωή μου, δίνει αξία στο χρόνο. Αυτή είναι που γεμίζει ή αδειάζει τις μέρες, κάνει όνειρα ή μελαγχολεί, σκορπά χαμόγελα ή μαραζώνει από θλίψη. Η ζωή μου είναι που δίνει υπόσταση στον χρόνο, τον γεμίζει περιεχόμενο, του χαρίζει ουσία.


Τι ανοησία μου, αλήθεια, να κυνηγώ τον χρόνο κι όχι τη ζωή!...


Κι αν ένας ακόμα χρόνος, λοιπόν, φεύγει, στο καλό! Τον έζησα, είμαι «παρών» -όπως λέει κι ο καλός μου φίλος ο Κώστας· προσδοκώ -και θα προσπαθήσω γι’ αυτό- να ζήσω μαζί με τους αγαπημένους μου, μαζί μ’ όλον τον κόσμο, έναν καλύτερο, πιο ανθρώπινο, πιο δίκαιο, πιο ειρηνικό, έναν χρόνο νέο που... «ήρθε με τα δώρα, με τραγούδια, με χαρά! Καλή Χρονιά! Καλή Χρονιά! Χαρούμενη χρυσή Πρωτοχρονιά!» [όπως τραγουδούσαμε τότε που ο χρόνος για ‘μας τα παιδιά ήταν απλώς... χαρτάκια με παροιμίες στο ημερολόγιο που κρεμόταν στον τοίχο τής κουζίνας].

3 Προβολές0 Σχόλια

Πρόσφατες αναρτήσεις

Εμφάνιση όλων

Πότε - πότε...

bottom of page