Στα παιδικά μου μάτια...


Ήταν όλοι γέροι· οι παππούδες, οι γιαγιάδες, θείοι, θειάδες. Μόνο η μάνα κι ο πατέρας μου εξακολουθούσαν να ’ναι νέοι!
Όσο περνούσαν τα χρόνια και μεγάλωνα, οι μεγαλύτεροι έγιναν σιγά σιγά «ηλικιωμένοι». Τώρα, πλέον, ακούω για κάποιον 85άρη plus που… αποδημεί εις Κύριον και λέω: «Κρίμα, νεότατος»!
Κάπως έτσι αλλάζουν τα μέτρα και τα σταθμά της ηλικίας. Ανάλογα, βέβαια, με το πόσο πλησιάζουμε κι εμείς προς αυτά που κάποτε μας φαίνονταν τόσο μακρινά. Μόνο που η λεγόμενη «Τρίτη Ηλικία» στην Ελλάδα δεν είναι πια απλώς μια ηλικία ξεκούρασης, αναπόλησης και λίγης περισσότερης ησυχίας. Για πολλούς παππούδες και γιαγιάδες είναι μια δεύτερη βάρδια.
Είναι εκείνοι που θα ξυπνήσουν νωρίς για να πάνε το παιδί στο σχολείο. Που θα το πάρουν το μεσημέρι. Που θα το κρατήσουν μέχρι να γυρίσουν οι γονείς από τη δουλειά. Που θα το πάνε στο φροντιστήριο, στην ξένη γλώσσα, στο ποδόσφαιρο, στον γιατρό. Που θα μαγειρέψουν, θα προσέξουν, θα περιμένουν.
Και μαζί μ’ αυτά, είναι συχνά κι εκείνοι που θα βάλουν το χέρι στην τσέπη. Λίγο η σύνταξη για το ενοίκιο, λίγο για το ρεύμα, λίγο για το σούπερ μάρκετ, λίγο για τα εγγόνια. Ένα εικοσάρικο εδώ, ένα πενηντάρικο εκεί· ώσπου η σύνταξη που υποτίθεται πως αφορά τις ανάγκες των τελευταίων χρόνων μιας ζωής γίνεται συμπλήρωμα του οικογενειακού εισοδήματος.
Κι έτσι, άνθρωποι που δούλεψαν σαράντα και πενήντα χρόνια, που μεγάλωσαν παιδιά, πλήρωσαν σπίτια, φόρους, εισφορές, υποχρεώσεις, συνεχίζουν να εργάζονται. Χωρίς ωράριο, χωρίς μισθό και, τις περισσότερες φορές, χωρίς καν να το θεωρούν εργασία.
Γιατί είναι «για τα παιδιά».
Και βέβαια είναι.
Αλλά κάποια στιγμή πρέπει να αναρωτηθούμε πόσο φυσιολογικό είναι μια ολόκληρη κοινωνία να στηρίζει μεγάλο μέρος της καθημερινής λειτουργίας της οικογένειας στην αντοχή των παππούδων και των γιαγιάδων. Γιατί άλλο η χαρά να κρατήσεις το εγγόνι σου, να του πεις μια ιστορία, να το πας μια βόλτα, να συμμετέχεις στη ζωή του, να το καμαρώνεις να μεγαλώνει, κι άλλο ν’ αποτελείς μόνιμη κι αναντικατάστατη υποδομή φύλαξης, μετακίνησης και οικονομικής ενίσχυσης.
Άλλο η προσφορά κι άλλο η ανάγκη.
Το προσδόκιμο ζωής μπορεί να μεγάλωσε. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι μεγάλωσε μαζί του κι η υποχρέωση να συνεχίζεις μέχρι τέλους να καλύπτεις όσα δεν κατάφερε να καλύψει η οργανωμένη πολιτεία με τις υπηρεσίες της, τις πολιτικές της, τους προϋπολογισμούς της.
Οι άνθρωποι αυτοί δικαιούνται να έχουν και να ορίζουν τον χρόνο τους όπως τους αρέσει. Να πάνε μια εκδρομή, έναν περίπατο, έναν καφέ χωρίς να κοιτάζουν το ρολόι για το σχόλασμα. Να κάνουν κάτι που ανέβαλαν σαράντα χρόνια. Ή, πολύ απλά, να μην κάνουν τίποτα. Να ξεκουραστούν.
Συζητάμε διαρκώς για την υπογεννητικότητα, προβληματιζόμαστε για το γιατί οι νέοι δεν κάνουν παιδιά, αναζητούμε κίνητρα, επιδόματα κι εξαγγελίες, αλλά συχνά ξεχνάμε την πιο απλή καθημερινή πραγματικότητα. Για να αποφασίσει ένα νέο ζευγάρι να κάνει παιδί, πρέπει πρώτα να μπορεί να το μεγαλώσει.
Με δουλειές που να του επιτρέπουν να ζήσει. Με ωράρια που να του επιτρέπουν να είναι γονιός. Με βρεφονηπιακούς σταθμούς, σχολεία, δομές, υπηρεσίες και πραγματική στήριξη που να μην προϋποθέτει ότι κάπου κοντά υπάρχει ένας παππούς ή μια γιαγιά διαθέσιμος, υγιής και πρόθυμος ν’ αναλάβει άλλη μια βάρδια.
Γιατί οι παππούδες κι οι γιαγιάδες είναι πολύτιμοι για μια οικογένεια. Δεν είναι όμως κοινωνικό κράτος.
Κι ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη αντίφαση της σημερινής «Τρίτης Ηλικίας». Όσο περισσότερο μιλάμε για ενεργό γήρανση και περισσότερα χρόνια ζωής, τόσο περισσότερο ζητάμε από αυτούς τους ανθρώπους να συνεχίζουν να κρατούν όρθιους τους νεότερους.
Και το κάνουν από αγάπη.
Μόνο που η αγάπη, σ’ αυτή την περίπτωση, δεν μπορεί να είναι άλλοθι για τις χρόνιες ελλείψεις του κράτους.




Σχόλια