top of page

Έκατσε μαζί μου απόψε…

Εικόνα συγγραφέα: Βαγγέλης Βουτσινάκης
Βαγγέλης Βουτσινάκης
πριν από 7 λεπτά
διαβάστηκε 2 λεπτά

…Η μάνα μου, σε μια φωτογραφία απ’ το χρόνο ξεθωριασμένη. Είχε σταυρωμένα στην ποδιά τα δυο της χέρια κι ένα χαμόγελο ολότελα δικό της, κάτι ανάμεσα σε αψάδα αρμπαρόριζας και ηρεμίας μέσα από θυμιατό βγαλμένη.


Το είχα ανάγκη -και αμέσως μόλις την είδα το θυμήθηκα- το μικρό πιάτο πορσελάνης απ’ το καλό της το σερβίτσιο, με τις χρυσές μπορντούρες του ολόγυρα και τις vintage φιγούρες μέσ’ στη μέση· την πάστα σοκολάτας πάντοτε σ’ αυτό μου τη σερβίριζε.


Άλλαζε όψη και ρυθμό ο μικρός κόσμος της, που, όμως, όλον τον κόσμο τον χωρούσε, τις ώρες που μαζί της θα βρισκόμουν. Το ένιωθα πρώτα και καλύτερα από τον τόνο της φωνής που αμέσως άλλαζε στο πρωινό μας τηλεφώνημα. Γινόνταν πιο ζωηρός κι ανυπόμονος, πιο βιαστικός και πιο επίμονος σε ερωτήσεις, αν θα μείνω το μεσημέρι για να φάμε ή, μόνο, μια πρωινή επίσκεψη σκαστός απ’ το γραφείο, όπως συνήθως.


 Δεν είχε σημασία πόσο θα έμενα, εκείνη αυτό που ήθελε, που ένιωθε, το έκανε και με το παραπάνω. Όλη η γειτονιά νομίζω πως το καταλάβαινε, όπως την έβλεπε εκείνες τις φορές να τρέχει να ετοιμάσει. Πότε στον φούρνο για ζεστό ψωμί, πότε στου Παναγιωτόπουλου για πάστες κι άλλες φορές στη μικρή ΕΒΓΑ, απέναντι. Δεν χρειαζόταν να το πει· σαν να τη βλέπω μέσα στης προσμονής τη φούρια της να λάμπει.


Καθόμαστε αντικρυστά, εγώ στην πολυθρόνα τη μεγάλη κι εκείνη στου καναπέ την κόχη άκρη – άκρη, πάλι με τα χέρια σταυρωμένα πάνω στην ποδιά της -που πάντα μέσ’ στο σπίτι μας φορούσε- να λέμε πράγματα βαρετά κι αδιάφορα για το χωριό ή για θειάδες και γειτόνους πεθαμένους, συνήθως ύστερα από δικές μου ερωτήσεις, ίσα να έχουμε κάτι μαζί να πούμε.


Και κάθε τόσο στην κουζίνα εξαφανιζόνταν για να επιστρέψει μ’ ένα πιατάκι ακόμα, πότε με φρούτα, πότε με τυροπιττάκια και πότε μ’ ένα κομμάτι κορμό από τον Ζάρρα -αυτό το έφερνε και σαν μικρό παιδί περίμενε να δει τον ενθουσιασμό μου. Έτσι, την ώρα που «πάω» θα ‘λεγα και θα σηκωνόμουνα, πίσω μου άφηνα ένα σερβίτσιο πιατάκια με καλούδια, που πάντα επέμενε μαζί μου να τα δώσει.


Πάντοτε βιαστικός την επισκεπτόμουνα και φεύγοντας πάντα είχα μία αίσθηση απουσίας ή έλλειψης -καλύτερα- σαν να μην έκανα εκείνο που πράγματι αισθανόμουνα ή να μην έλεγα εκείνα που πραγματικά μπορούσα. Μπορεί γι’ αυτό, έτσι όπως τώρα τη βλέπω απέναντί μου, ξεθωριασμένη αλλά ολοζώντανη, η σκέψη μου πίσω εκεί να τριγυρίζει, ν’ αναλογίζεται τα λόγια τα ανείπωτα και να αισθάνεται πόσα ο χρόνος έχει πάρει.


Έχει πάρει, αλλά τίποτα δε σβήστηκε κι ας έχουν οι εικόνες ξεθωριάσει.

Σχόλια


bottom of page