Αναζήτηση
  • Βαγγέλης Βουτσινάκης

Μετακίνηση 4



Είχε η βόλτα μου κάτι από ξεφτισμένες αναμνήσεις και τα βήματά μου έσερναν μελαγχολικά το μήνυμα μετακίνησης υπ’ αριθ. 4. Μια νότα αφρικανικής σκόνης χλόμιαζε τον ορίζοντα που όμως δεν φαινόταν πίσω απ’ τις παλιές πολυκατοικίες, αλλά την παρουσία της υποψιάστηκα όπως έστρεψα αργά προς τα πάνω το βλέμμα όταν το τράβηξε μια ολάνθιστη μπουκαμβίλια, που πάλευε μ’ έναν ξερακιασμένο τοίχο. Ήταν μια απ’ αυτές τις μέρες ή μήπως όχι;


Υπάρχουν ακόμα ομορφιές σ’ αυτή τη γειτονιά, δεν μετακόμισαν μαζί μ’ όλους που φύγαμε, άλλοι για το κάπου και άλλοι για το πουθενά, ούτε καταργήθηκαν -ακόμα τουλάχιστον- από κάποια υπουργική απόφαση ή μεταμεσονύχτια τροπολογία. Μπορούν τα ανοιξιάτικα αρώματα να κυκλοφορούν ελεύθερα και να τρυπώνουν κάτω απ’ τη μάσκα στα ρουθούνια μαζί με τη μυρωδιά που ξεφεύγει από μια κατσαρόλα που βράζει ρύζι Jollof. Αισθάνθηκα πως είχα τύχη -ή μήπως μόνο φαντασία που καλπάζει;


Χωρίς πολύ κόπο ελίχθηκα ανάμεσα στα παρκαρισμένα αυτοκίνητα και τα σταθμευμένα πάνω στον πεζόδρομο μηχανάκια. Αν έβλεπε κάποιος, θα θαύμαζε τη χορευτική δεξιοτεχνία μου παραβλέποντας τα ίχνη απ’ τα βαρίδια στην ψυχή και τον μελαγχολικό ρυθμό του βηματισμού μου. Τα ξένα παιδιά δεν έπαιζαν ποδόσφαιρο, ούτε στο παρτέρι δροσίζονταν κάποια απ’ τις εξωσχολικές παρέες ανάμεσα σε μπουκάλια από μπύρες. Στο μίνι μάρκετ μπροστά οι άδειες μεταλλικές καρέκλες αδιαφορούσαν πλήρως για το λαχανιασμένο μου προσπέρασμα. ‘Εκανα πως δεν τις είδα, πού είχα όμως το μυαλό μου;


Κρατούσα αφηρημένα την πλαστική σακούλα με τα κουλουράκια και τα λουκούμια καλά κλεισμένα στα κουτιά τους. Τα ζελεδάκια σίγουρα με περίμεναν κι η γεύση τους κεράσι ανυπομονούσε κάτω απ’ τη ζαχαρωμένη ροζέ σάρκα τους να γλυκάνει τον ξερό μου ουρανίσκο. Μα, πιο γλυκιά κι απ’ τη δική τους γλύκα -και τ’ αναφέρω χωρίς ίχνος απαξίωσης, προς Θεού!- είναι το επίμονό της το χαμόγελο, να πάρω ένα -έστω- απ’ τη φοντανιέρα που έφερνε από τον γερασμένο τον μπουφέ της. Μονάχα στις φωτογραφίες πάνω του μέναμε νέοι και αγέραστοι, μήπως γιατί απέφευγα να κοιτάξω πάνω στον τοίχο τον μεγάλο τον καθρέφτη;


Έχουν κάτι από άρωμα ξεφλουδισμένης παιδικότητας, αλλά κι από μια μπαγιατεμένη μυρωδιά μεσόκοπης συνήθειας αυτές στο χρόνο οι μετακινήσεις. Πριν χρόνια ήταν σαν ρολόι σταματημένο, έτσι όπως όλοι κι όλα βρίσκονταν στη θέση τους. Το κουδούνι στην τρίτη στήλη πάνω αριστερά. Και οι φωνές απ’ τον πεζόδρομο ή απ’ τα παιδιά στο σχολικό το διάλειμμα έφταναν ως το ρετιρέ του πέμπτου ατόφιες, δυνατές, σε έξαψη. Μαζί κι οι μυρωδιές που βιάζονταν να ξεπεράσουν τις μουσικές στη διαπασών, όπως η λαχτάρα μου ωθούσε κι άνοιγε την εξώπορτα. Εξώπορτα ήταν ή παράθυρο στα χρόνια που είχαν περάσει;


Μόνο εκείνη βρίσκεται πλέον εκεί. Ούτε το άλμπουμ με τις ασπρόμαυρες φωτογραφίες μας υπάρχει. Ούτε ο μπουφές με τα ωραία ζελεδάκια. Έχουν μείνει μόνο στο μυαλό εικόνες και εμφανίζονται όταν στην κουβέντα θα το φέρω, ένα πρόσωπο, μια γιορτή, κάποιο χωριό, που σαν σπαραχτικές κραυγές σκίζουν τον άγνωστο και ξένο χώρο κάνοντας τις στιγμές αμήχανες, μοναχικές, επίπονες, που κυματίζουν σαν φλάμπουρα μιας μάχης ξεχασμένης, σαν χαρακιές βαθιές πάνω στο πρόσωπο της χαράς μαζί και της μελαγχολίας. Δεν είναι μόνη, όχι, κάθε φορά που βρισκόμαστε, βρισκόμαστε πάλι όλοι μαζί εκεί, αμετακίνητοι.

116 προβολές0 σχόλια

Πρόσφατες αναρτήσεις

Εμφάνιση όλων