Αναζήτηση
  • Βαγγέλης Βουτσινάκης

Τώρα πια ξέρω



‘Εχω γράψει πολλές φορές για το Πολυτεχνείο. ‘Εχω μιλήσει δημόσια γι’ αυτό. Ακολούθησα την πρώτη πορεία το ’74, έχω συνοδεύσει τα παιδιά μου ν’ αφήσουν ένα γαρύφαλλο. Γιατί τα γράφω αυτά; Όχι, ασφαλώς, για να παινευτώ, ούτε για να κάνω τον έξυπνο, πολύ δε περισσότερο για να επιδείξω αγωνιστικές περγαμηνές, μήπως εξαργυρώσω κάποια από τα εύσημα που αφειδώς κι αδιακρίτως απονεμήθηκαν τα χρόνια μετά.


Ίσως να ‘ναι η τελευταία φορά που ασχολούμαι δημόσια. Αισθάνομαι όμως την ανάγκη να γράψω δυο λόγια, εγώ ο ανώνυμος, ο θεατής, ο ακροατής. Εγώ ο πολίτης αυτής της χώρας. Τώρα που εξελίσσεται για μια ακόμα φορά -μα, φέτος κάτω από εντελώς εξαιρετικές κι ιδιαίτερες για όλους μας συνθήκες λόγω της πανδημίας- η αντιπαράθεση για τον γιορτασμό του και την πορεία.


Για το γεγονός αυτό της νεότερης Ιστορίας του τόπου με διακατέχει μια ιδιαίτερη συγκίνηση. Αισθάνομαι μεγάλη εκτίμηση και βαθύ σεβασμό για όλους όσους συμμετείχαν κι έστειλαν με τις πράξεις τους, με τον ενθουσιασμό τους, με την πολιτική τους δράση, με τον αυθορμητισμό τους, με την άγνοια ή τη γνώση τους, το μήνυμα του πρώτου μου πολιτικού εγερτήριου, την πρώτη αίσθηση κι εικόνα του τι εστί -για να χρησιμοποιήσω κι ένα βοηθητικό αφού ήμουν μαθητής στο γυμνάσιο τότε- αυταρχισμός, καταπίεση, καταστολή, τι σημαίνει δικτατορία, χούντα.


Συναισθήματα που μ’ ακολουθούν με ένταση όλα αυτά τα χρόνια, συνδυασμένα και με μια πικρία. Ίσως επειδή, αν κι έμενα σχετικά κοντά, στην περιοχή της Πλατείας Αττικής, δεν τόλμησα να πάω τα βήματά μου ως εκεί. Ίσως γιατί στο σπίτι μου, μόλις το αντιλήφθηκαν, μου πήραν κατατρομαγμένοι το τρανζίστορ που άκουγα κάτω απ’ τα σκεπάσματα τον σταθμό «των ελεύθερων αγωνιζόμενων φοιτητών».


Όμως είδα, άκουσα, μύρισα, έζησα και τους ήχους και τον απόηχο των ημερών. Το αλάφιασμα των ανθρώπων εκείνη τη νύχτα, τη νέκρα των δρόμων, την πικράδα του αέρα στο λαρύγγι, τα πρησμένα μάτια, τον φόβο, τις σιωπές, το βουβό κλάμα, την «εξαφάνιση» γνωστών. Αισθάνθηκα όλη τη συντριβή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας βλέποντας φοιτητές να «δίνουν συνέντευξη» κρατούμενοι στο ΚΕΒΟΠ και έναν κρύο ιδρώτα στο σβέρκο ακούγοντας γύρω απ’ το σχολείο τις ριπές των αυτόματων, παγώνοντας απέναντι απ’ τα μπλόκα με τους στρατιώτες και τα τεθωρακισμένα.


Από τότε ειπώθηκαν και γράφτηκαν πολλά από πολλούς, θετικά κι αρνητικά. Το Πολυτεχνείο εμβληματοποιήθηκε, δαιμονοποιήθηκε, εξωραΐστηκε κι απαξιώθηκε, συκοφαντήθηκε και λοιδορήθηκε. ‘Εγινε σχολικό ποίημα, αργία και γιορτή, ευκαιρία για κοπάνα, ευκαιρία γι’ αντιπαράθεση αν ο αγώνας συνεχίζεται ή δικαιώθηκε, ευκαιρία για πόλωση, για επίδειξη, για καριέρα, ευκαιρία για να πουληθούν μερικά γαρύφαλλα παραπάνω ή κάποια σουβλάκια. Απευθείας μετάδοση. Πανηγύρι κι αγοραίο θέαμα.


Χρόνο με το χρόνο το έκλεινα όλο και πιο βαθιά στη μνήμη μου. Το φύλαγα από λεηλασίες και το προστάτευα από βανδαλισμούς. Έκλεινα τ’ αυτιά και τα μάτια σε όψιμους τιμητές και θρασείς εκμεταλλευτές. ‘Οσο περιφερόταν εκτεθειμένο λήψανο σε άνυδρους καιρούς και στέρφες εποχές, τόσο το ζέσταινα ολοζώντανο μέσ’ στην ψυχή μου. ‘Οσο χτυπιόταν τόσο πιο πολύ αισθανόμουν ότι ανυψώνεται, όσο απαξιωνόταν τόσο γινόταν πολυτιμότερο.


Διαισθάνομαι ότι κι άλλοι πολλοί, οι περισσότεροι πιθανόν απ’ όσους ζήσαμε το τότε, όσους έχουμε εσωτερικεύσει -με τα λάθη και τα σωστά μας- τη μεταπολίτευση ως πολιτικοποιημένοι πολίτες κι όχι σαν φανατικοί οπαδοί και θιασώτες κομμάτων, προσώπων και καταστάσεων, διατηρούμε κοινές αντιλήψεις και μνήμες ανεξάρτητα από τις ιδέες, τις πεποιθήσεις και τις κατευθύνσεις που η ζωή, τελικά, μας έχει φέρει. Προσεγγίζουμε το «Πολυτεχνείο» με τον ίδιο σεβασμό, αλλά και με την ίδια, ίσως, απογοήτευση.


Το «Πολυτεχνείο», το Πολυτεχνείο μου ζει.


Υπάρχει κι ανασαίνει, κουρασμένο, ώριμο, γερασμένο, ίσως, αλλά ζωντανό, εμπνέει κι οδηγεί, αξιώνει να μην υπάρξει άλλο «Πολυτεχνείο». Στις εποχές της θλίψης και στους γκρίζους μας καιρούς, απαιτεί -όσο ποτέ άλλοτε ίσως- να μην παραιτηθώ, να μην αδιαφορήσω, να μην εφησυχάσω, αλλά να συνεχίσω, όπου κι όπως το μπορώ, τη διαρκή προσπάθεια για το χτύπημα του φασισμού και του λαϊκισμού, της ανισότητας και των διακρίσεων.


Εκεί να είναι η αδιάκοπη σύγκρουση κι η καθημερινή ρήξη. Όχι στους δρόμους των πόλεων, αλλά στις λεωφόρους των ιδεών Όχι με φωτιές και πέτρες, αλλά με τη φλόγα της θέλησης και τη δύναμη της γνώσης. Όχι με ξύλινες λέξεις και κενές προτάσεις, αλλά με καθαρό βλέμμα και γόνιμο διάλογο. Όχι με πορείες ρεσάλτο στο πουθενά, αλλά με σταθερά βήματα προς το αύριο.


Τώρα πια ξέρω, γι' αυτό το δικό μου «Πολυτεχνείο», δεν έχω ανάγκη να μου το υπενθυμίζουν ούτε οι γιορτές, ούτε οι πορείες, ούτε τα στεφάνια.

34 προβολές0 σχόλια