Αναζήτηση
  • Βαγγέλης Βουτσινάκης

Το καλοκαίρι που γέρνει


Γέρνει κι αυτό το καλοκαίρι, δυο ανάσες Αύγουστος του μείνανε.


Το καλοκαίρι γέρνει, μα αντέχει, όπως αντέχουν όλα τα καλοκαίρια, που περνούν, μα, δεν χάνονται.


Μπορεί να μοιάζουν άχαρα, ζεστά ή ατέλειωτα, μπορεί πάλι να ξεχειλίζουν φως, θάλασσες και φεγγαρόφωτα, είναι όμως από πάντα εκεί, ταγμένα να έρχονται, αποκαμωμένα να γέρνουν και καταδικασμένα ν’ αντέχουν.


Ν΄αντέχουν στην ανυπομονησία, ν’ αντέχουν στη μοναξιά, ν’ αντέχουν στην επανάληψη, ν’ αντέχουν στο χρόνο.


Μετρώ τα καλοκαίρια με τους έρωτες. Μετρώ τα καλοκαίρια με τα χάδια που με κλέψανε. Μετρώ τα καλοκαίρια με τους όρκους που ξεχάστηκαν. Μετρώ τα καλοκαίρια με τα τραγούδια που ψιθύρισαν νύχτες από ασήμι.


Κοιτώ κι αυτό το καλοκαίρι όπως γέρνει, αργά, ανεπαίσθητα, ατενίζοντας την πρώτη Πανσέληνο που του ‘κλεψε ο Σεπτέμβρης και βλέπω το ηλιοκαμένο του χαμόγελο, ακούω την καυτή αναπνοή του, αισθάνομαι τ’ αργό, ράθυμο βήμα του.


Ρουφά με όλη του τη δύναμη τις δυο ανάσες μέρας που απομείνανε.


Αρπάζει με λαχτάρα όλο το φως, την έξαψη, το πάθος, ρουφά όλη την αρμύρα από τη θάλασσα κι όλο το γαλάζιο απ’ τ’ ουρανού τις πιο απόκρυφες γωνιές και μια υπόσχεση κεντά πάνω στων γλάρων το φτερούγισμα, ένα φιλί δίνει πίσω απ’ των μελτεμιών τ’ αυτί, μια ελπίδα πετά, σαν ναυαγό, μέσα στα κύματα...


Όλους να μας βρει ξανά και τ’ άλλου, του νέου καλοκαιριού το γέρμα, εκείνου που θα ‘ρθεί οπωσδήποτε, αφού γι’ αυτό κι αυτό απ’ τη ζωή είναι ταμένο.

19 προβολές0 σχόλια