Αναζήτηση
  • Βαγγέλης Βουτσινάκης

Θα ξαναγυρίσω



Περάσαμε μια περίοδο αρκετά κουραστική και με έντονο στρες. ‘Ολη η οικογένεια. Καθένας με τις δικές του ανάγκες και προτεραιότητες κι όλοι μαζί από κοινού, αφού έχουμε καταφέρει να μοιραζόμαστε μεταξύ μας εκείνα που μας ενδιαφέρουν, μας απασχολούν, μας δίνουν χαρά ή μας προβληματίζουν και μας λυπούν.


Ξέρετε, το νιώθουμε ή όχι, μ’ έναν ανεπαίσθητο τρόπο ή με πιο αδρό κι εμφαντικό, όλη αυτή η κατάσταση με την πανδημία και τους περιορισμούς της, δημιουργεί, μου δημιουργεί, μια αίσθηση ματαιότητας, ένα συναίσθημα απογοήτευσης.


‘Οσο κι αν εξακολουθώ ν’ ακολουθώ την καθημερινότητα και τις συνήθειές μου, όσο κι αν οι δραστηριότητές μου είναι ποικίλες κι ενδιαφέρουσες, κάπου εκεί, βαθιά μέσ’ στην ψυχή μου νιώθω αυτό το τρέμουλο και την αβεβαιότητα που διατρέχει τη ζωή μου, τη ζωή μας, όλον αυτόν τον καιρό.


Θέλω, προσπαθώ και τα καταφέρνω -δε μπορώ να πω- να μην χάνω τον ρυθμό της μέρας, τις συναναστροφές, τους φίλους, τα ενδιαφέροντα, την επαφή μου με τη ζωή. Κάνω πλάκες, γελάω, τρώω και πίνω, σχολιάζω επί παντός -που λέει ο λόγος- στα social media, ακούω πολύ τη μουσική που μ΄αρέσει -όταν το μπορώ όσο πιο δυνατά μπορώ! Με συλλαμβάνω όμως στιγμές, δευτερόλεπτα ίσως, που αναζητώ πίσω απ’ όλα, απ’ ό,τι κι αν συμβαίνει, μια σκιά ματαιότητας, μια υποψία ψευδαίσθησης.


Βάζοντας, λοιπόν, μόλις πριν λίγες μέρες τα πράγματα να βρίσκονται σε μια σειρά -όσο μπορούν να πεις ότι μπαίνουν σε σειρά τ’ ανθρώπινα- κι αφήνοντας πίσω μας ένα μίνι lockdown στην Αττική, βρεθήκαμε γεμάτοι χαρά στον τόπο που -χωρίς να μας συνδέουν μ΄αυτόν καταβολές ή συγγένειες- αγαπάμε και μας γεμίζει ευχάριστα συναισθήματα και θετική ενέργεια. Ταυτόχρονα, βρίσκονταν και στο κίτρινο από άποψη επιδημιολογικού κινδύνου -δεν ήταν και λίγο!


Μας έκανε κι ο καιρός... πλάτες! Ηλιοφάνεια, η θάλασσα δροσερή αλλά απολαυστική, η νυχτερινή γαλήνη ανοιξιάτικη και το φεγγάρι που αναδυόταν κατακκόκινο αμέσως μετά την πανσέληνο από απέναντι, απ’ τις ακτές της Ρούμελης, πότε έπαιζε με τα μικροσκοπικά κόκκινα φωτάκια των ανεμογεννητριών και πότε με τα αραχνοΰφαντα σύννεφα. Ιδανικές συνθήκες για ξεκούραση, διάβασμα, περπάτημα, ανασύνταξη σωματική και ψυχική.


‘Ηταν κι οι φίλοι απ’ τη Γαλλία που ξέμειναν εκεί κι ετοιμάζονταν για Ελληνικά Χριστούγεννα -παρά τη στενοχώρια της Graziella που θα ήταν μακριά απ’ τα παιδιά της, ήταν ο γείτονας ο κυρ Πέτρος, που ζει μόνιμα εκεί με το γιό του, ήρθαν κι οι φίλοι μας ο Τάκης με τη Βαλεντίνα απ’ την Αθήνα για να περάσουν μερικές μέρες κι έγινε μια παρέα ό,τι πρέπει!


Κι εκεί που τελειώναμε την Τετάρτη το βράδυ ένα όμορφο παρεΐστικο κουβεντολόι περί ανέμων και υδάτων, δηλαδή αμερικάνικων εκλογών, πανδημίας, παιδιών, Μητσοτάκη, ΠΑΣΟΚ -εμείς εκεί είμαστε ακόμα- και λοιπών δημοκρατικών δυνάμεων κι αφού ο φίλος μας ο Dani -ο εκ Παρισσίων ορμώμενος- βλεφάριζε απ’ τη νύστα, μπαίνει ο Πέτρος ο γείτονας -οι πόρτες εκεί μένουν πάντα ανοιχτές- και μας λέει το μαντάτο για το επικείμενο διάγγελμα για το νέο lockdown.


Το άλλο πρωί -σήμερα Πέμπτη με άλλα λόγια- είχε συννεφιά, είχε αέρα, είχα κι εγώ μια ακεφιά πιο βαριά απ’ του ουρανού. Πάλι τα ίδια; Πάλι; Είπε ο Μητσοτάκης τα δικά του, ο Τσιόδρας... Η θάλασσα έβγαινε έξω απ’ τον βοριά. Κοιτάχτηκα στον καθρέφτη, θα προλάβω να κουρευτώ; Η καλή μου έκανε ό,τι περνούσε απ’ το χερί της να με συνεφέρει. Αποφασίσαμε, τελικά, να επισπεύσουμε την επιστροφή μας. Η καραντίνα απ’ το πρωί του Σαββάτου άνοιξε τις αγκάλες της και μας περιμένει. Αμ, το 13033 πού το πας;


Αυτό που θέλω να ξέρετε, όμως, είναι ότι αυτές οι μέρες, οι λίγες, που βρέθηκα εδώ ήδη ωριμάζουν μέσα μου. Κάνει ψύχρα έξω, αλλά μέσα είχαμε μια ζεστασιά έτσι γερμένοι πλάι - πλάι που βρεθήκαμε να χαιρετάμε τον πλάτανο και να πίνουμε στα μικρά τα ποτηράκια απ’ το τσέρι που είχε φτάξει, το περσινό. ‘Ηταν κι η Νούκα ξαπλωμένη μπρος στα πόδια μας, πάνω στη μαλακή φλοκάτη, που έδινε έναν επιπλέον τόνο ξενοιασιάς.


Δεν έχει πάψει ούτε στιγμή η αβεβαιότητα να τρεμοπαίζει κάπου εκεί πίσω απ’ τις σκηνές και τις κουρτίνες, την αγνοώ, κάνω πως δεν υπάρχει. Σφίγγω ένα χέρι αγαπημένο κι υπομονεύω. Αυτά τα όμορφα που ζήσαμε, θα με γεμίζουν συναισθήματα και πίστη, θα με κρατήσουν δυνατό κι εκεί που πάμε, εκεί που μανάδες και παιδιά μας περιμένουν. Τ’ άλλα, τα μέτρα, -είπαν- θα με κρατήσουν ασφαλή. Εγώ θα τα τηρήσω, γιατί το συντομότερο και πάλι εδώ που ο νους μου γαληνεύει θά ‘θελα να γυρίσω. Ελπίζω!

55 προβολές0 σχόλια