Αναζήτηση
  • Βαγγέλης Βουτσινάκης

"Τα λόγια και τα χρόνια"

Ενημερώθηκε: 11 Ιουλ 2020

Κάθε εποχή γεννάει τα τραγούδια της. Οι καιροί φέρνουν τα ερεθίσματα και τις εμπνεύσεις στους δημιουργούς. Στίχοι και μελωδίες σμίγουν και παντρεύονται με προξενητές τις μέρες και τα χρόνια, που είναι οι κουβαλητές γεγονότων, εικόνων, ανθρώπων, συναισθημάτων.


Είχα την τύχη να μεγαλώνω σ’ εποχές που γεννήθηκαν πολλά τραγούδια. Τραγούδια όμορφα, που μεγάλωσαν μαζί μου, αντρώθηκαν και θέριεψαν δεμένα άρρηκτα για πάντα με στιγμές της ζωής μου, έρωτες κι αγάπες, λύπες και χαρές, γλέντια και πανηγύρια, διαμαρτυρίες και συγκεντρώσεις.


Θα μπορούσα να πω ότι για όλα τα σημαντικά γεγονότα, για όλα αυτά που θυμάμαι έντονα και με συγκίνηση, υπάρχει και κάποιο τραγούδι που το συνδέει. Κάτι σαν «μουσικό χαλί», που έρχεται αυθόρμητα στο νου, όταν ανακαλούνται στη μνήμη αναμνήσεις που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο έχουν σημαδέψει το χρόνο.


Πώς να μη θυμηθώ τον πατέρα μου όταν ακούω το «Ένα όμορφο αμάξι με δυο άλογα» από την αξεπέραστη φωνή του Γρηγόρη Μπιθικώτση ή την πρώτη μέρα μου στο καράβι που υπηρέτησα τη θητεία μου, όταν ακούω τα «Παραπονεμένα λόγια» με τον μοναδικό Γιώργο Νταλάρα;


Πώς να μην ξαναγυρίσω πίσω στα νεανικά μας πάρτι, κάποιες φορές που βάζω στη διαπασών στο πικ-απ το «Child in time» με τους πληθωρικούς Deep Purple; Πώς να μην συγκινηθώ κάθε φορά που ακούω το θεϊκό «Οδός Αριστοτέλους» από τη Χαρούλα;


Τα τραγούδια είναι το πιο ασφαλές μέσο για να εκτονώνω τα συναισθήματά μου και ν’ αρμενίζω στο χρόνο. Είναι τα φτερά που μ’ αρπάζουν και μ’ ανεβάζουν για να βλέπω τον κόσμο από ψηλά, από τις πιο όμορφες πλευρές του. Με βοηθάνε να καταλάβω ότι και την πιο δύσκολη κατάσταση, την μεγαλύτερη ασχήμια ένα τραγούδι μπορεί να την ντύσει με ομορφιά, ν’ ανακαλύψει το φως, το χρώμα και να της δώσει πνοή και ζωντάνια, διέξοδο, χωρίς εξωραϊσμούς κι υποκρισία, αλλά με αλήθεια κι εντιμότητα.


Όταν είμαι χαρούμενος κι ακούω μουσική αυτό φαίνεται στην ένταση, όταν πάλι είμαι μελαγχολικός οι γύρω μου το καταλαβαίνουν από τις επιλογές. Υπάρχουν και συγκεκριμένα τραγούδια που οι άνθρωποί μου διαισθάνονται πώς νιώθω. Αν δεν υπάρχει πικ-απ και δίσκος, τότε τα χείλη αναλαμβάνουν, με το σιγοτραγούδισμά τους, να εξωτερικεύσουν το συναίσθημα και να γεμίσουν με... φάλτσες νότες την ατμόσφαιρα.


Ξέρω ότι πολλοί δεν μπορούν να διαβάσουν ή να γράψουν αν δεν ακούνε ταυτόχρονα και μουσική. Να γράψω δεν μπορώ -συνήθως- με τη μουσική ανοιχτή, με παρασέρνει, με αποπροσανατολίζει, μου αποσπά την προσοχή. Όταν όμως ασχολούμαι με δραστηριότητες ρουτίνας η μουσική είναι απαραίτητη. Καλά, στο αυτοκίνητο δεν το συζητώ!... Κι όταν είμαι και σε σημεία που δυσκολεύεται η ακρόαση -ναι, συμβαίνει να έχει ακόμα τέτοια σημεία η πατρίδα μας- να ‘ναι καλά τα CD’s.


Τα τραγούδια -έχω την αίσθηση- έχουν αλλάξει. Κάτι η εξέλιξη της τεχνολογίας, κάτι που η «άνοιξη» της ελεύθερης ραδιοφωνίας των αρχών της δεκαετίας του ’90 μοιάζει πλέον σαν «βαρυχειμωνιά», κάτι η παρατεταμένη οικονομική κρίση, κάτι κι όλα μαζί με το ψαλίδισμα του ενθουσιασμού και της αισιοδοξίας, με κάνουν να αισθάνομαι ότι ζω σε μια εποχή ορφάνιας από εμπνεύσεις, από φαντασία, από δημιουργικότητα.


Τραγούδια, βέβαια, εξακολουθούν να γράφονται περισσότερα, ίσως, απ’ ότι παλαιότερα, ελάχιστα όμως καταφέρνουν να ξεχωρίσουν, ν’ αντέξουν, ν’ αφήσουν το στίγμα τους. Έτσι, στη συντριπτική πλειοψηφία τους «καταναλώνονται» κι εξαφανίζονται σαν πυροτεχνήματα σημειώνοντας εμπορική επιτυχία για μια σεζόν ή ένα καλοκαίρι.


Ο ηλεκτρικός ήχος, το κλισέ της μελωδίας, η ομοιομορφία στο ύφος και το απρόσωπο στις φωνές τα «στεγνώνουν» από συναισθήματα, τα «σκοτεινιάζουν» σαν ακούσματα, τα φτωχαίνουν -παρά το μεράκι ή τον κόπο που μπορεί να συνεισφέρουν οι δημιουργοί τους- σε εμβέλεια και διάρκεια.


Ασφαλώς το κοινωνικό υπόβαθρο έχει αλλάξει, οι ανάγκες είναι πλέον διαφορετικές, οι ρυθμοί που ζούμε αλλιώτικοι, πιο γρήγοροι, πιο εξουθενωτικοί, πιο ανταγωνιστικοί απ’ αυτούς που ήταν περασμένες δεκαετίες, οπότε κι οι δημιουργοί να βιώνουν διαφορετικές συνθήκες και καταστάσεις. Δεν είμαι όμως τόσο σίγουρος αν το «ακροατήριο» καθορίζει την προσφορά, θεωρώ ότι η «προσφορά» καταφεύγει με μεγαλύτερη ευκολία στο κλισέ και το εύληπτο, είναι, βλέπεις, το μάρκετινγκ κι οι αγορές πανίσχυροι ρυθμιστές.


Μπορεί να κάνω και λάθος, το μόνο που άλλαξε μπορεί να ‘μαι ‘γω.


Χαίρομαι, όμως, όταν ακούω τα τραγούδια που μεγάλωσα μαζί τους, ν’ ακούγονται καθημερινά από παντού, από ραδιόφωνα, από εκπομπές, από αυτοκίνητα, από παράθυρα ανοιχτά.


Χαίρομαι που εξακολουθούν να μας διασκεδάζουν, να μας συντροφεύουν, να μας ταξιδεύουν.


Χαίρομαι γιατί αισθάνομαι ότι, μ’ ένα μαγικό τρόπο, κάθε φορά ξαναγυρίζω πίσω, σε άλλους καιρούς και εποχές, τότε που τα λόγια και τα χρόνια τα νομίζαμε χαμένα, αλλά που σήμερα τα ξαναβρίσκουμε καθημερινά στο δρόμο μας.

Σημ.: Ο τίτλος δανεισμένος από το ποίημα του Μάνου Ελευθερίου που περιλαμβάνεται στην ποιητική συλλογή "Τα ξόρκια” (1973), που μελοποιήθηκε από τον Γιάννη Μαρκόπουλο κι ερμηνεύτηκε από τον Χαράλαμπο Γαργανουράκη στο έργο του με τον τίτλο “Θητεία” (1974).

4 προβολές0 σχόλια

Πρόσφατες αναρτήσεις

Εμφάνιση όλων