Αναζήτηση
  • Βαγγέλης Βουτσινάκης

Στου βράχου τη σχισμάδα


Η μουσική του Μίκη Θεοδωράκη σφράγισε στο μυαλό και την καρδιά μου το καλοκαίρι του 1974· το καλοκαίρι που, με την πτώση της δικτατορίας, όρισε την περίοδο που ονομάστηκε Μεταπολίτευση.


Οι μέρες που ακολούθησαν την 24η Ιουλίου πλημμύρισαν με τις μουσικές και τα τραγούδια του και τα ραδιόφωνα, σε όλες τις εκπομπές των δισκογραφικών εταιρειών, ο Μίκης και οι συνθέσεις του κυριάρχησαν κι έβαλαν σε κάθε σπίτι πρόσωπα, λόγια και στίχους ως τότε απαγορευμένα, εξόριστα· Ρίτσος, Ελύτης, Σεφέρης, Σικελιανός.


Στην εφηβεία μου τότε, μαθητής στο γυμνάσιο, καθόμουν με τις ώρες ρουφώντας αχόρταγα -χωρίς να το συνειδητοποιώ, εδώ που τα λέμε, ‘κείνες τις ώρες- μέσα απ’ τα ερτζιανά της κρατικής ραδιοφωνίας, νότα τη νότα, τις εικόνες και τους ήχους μιας εποχής που δεν είναι εύκολο -τώρα που το σκέφτομαι- να τα περιγράψεις αν δεν τα ‘χεις ζήσει, αν με κάποιον τρόπο δεν έχεις αισθανθεί τον παλμό και την έντασή τους.


Αν δεν έχεις δει με τα ίδια σου τα μάτια το χαμόγελο στα μάτια των ανθρώπων, αν δεν έχεις ακούσει με τα ίδια σου τ’ αυτιά τα κορναρίσματα και τις φωνές τους στους δρόμους, αν δεν έχεις ακούσει Θεοδωράκη κρατώντας σφιχτά στα δυό σου χέρια το κόκκινο ραδιοφωνάκι στο μικρό μπαλκόνι της Αριστομένους,


Ο Θεοδωράκης μου άνοιξε έτσι ένα μεγάλο παράθυρο στον μεγάλο κόσμο. Με τις μουσικές του με ξεσήκωνε και με σήκωνε ψηλά, όλο ψηλότερα, πάνω από το στενό μου μπαλκονάκι, πάνω απ’ τα διαμερίσματα και τα σπίτια, πάνω απ’ την Αθήνα και την Ελλάδα.

‘Ολος ο κόσμος μπορούσε να χωρέσει μέσ’ στην αγκαλιά μου, όπως χωρούσε μέσα στα τραγούδια του. ‘Ολος ο κόσμος, ο κόσμος μου, μπορούσε να γεμίσει με το φως της ζωής, τη δύναμη της ελπίδας.


Κι απ’ όλα αυτά τα τραγούδια του, εμένα ένα ήταν που μου έκανε τότε την πιο μεγάλη εντύπωση, ένα είχε καρφωθεί στα χείλη μου κι όπου βρισκόμουν κι όπου στεκόμουν έφευγε πότε σαν ψίθυρος και πότε σαν κραυγή κι ανέβαινε κι αυτό ψηλά μαζί με το βλέμμα μου να μαζέψει όλο το φως του ήλιου, όλη τη χαρά τη νιότης, όλη την ορμή της ελευθερίας.


Κυκλάμινο, κυκλάμινο στου βράχου τη σχισμάδα, πού βρήκες χρώματα κι ανθείς πού μίσχο και σαλεύεις. Μέσα στο βράχο σύναξα το γαίμα στάλα στάλα μαντήλι ρόδινο έπλεξα κι ήλιο μαζεύω τώρα.

12 προβολές1 σχόλιο