top of page
Αναζήτηση
  • Εικόνα συγγραφέαΒαγγέλης Βουτσινάκης

Ο προορισμός

«Έλα, μόλις φτάσαμε. Πάω για το σπίτι».


Ο ψηλόσωμος νεαρός κοντοστάθηκε δίπλα μου για ν’ απαντήσει στην μελωδική κλήση του κινητού του. Η μπάσα φωνή του –αν κι έκανε προσπάθεια να ψιθυρίσει– είχε έντονη τη χροιά του συγκαταβατικού θυμού και του τρυφερού μαλώματος. Ένοιωσα μέσα μου ένα σφίξιμο σα να μιλούσε σε μένα. Κατευθύνθηκε με αργά βήματα προς την έξοδο της αίθουσας αναμονής. Έσερνε μια μπορντό βαλίτσα.


Η Θεσσαλονίκη γλυκαίνει τις μέρες που ανασαίνω τα χρώματα και τους ήχους της. Ιδιαίτερα αυτή την εποχή, που οι καλοκαιρινές νύχτες επιμένουν ν’ αντιστέκονται με τη σαγήνη τους στο μίκρεμα της μέρας, με γοητεύει. Με κατακτά. Με ομορφαίνει, δημιουργώντας μου μια ερωτική διάθεση. Ετοιμαζόμουν να την αποχαιρετήσω με βαριά καρδιά, γι’ αυτό και δε συμμεριζόμουν τη δυσφορία εκείνων που περίμεναν μαζί μου την καθυστερημένη πτήση από το Ντύσεντορφ.


Ασυναίσθητα ακολουθούσα τα βήματα του νεαρού, καρφώνοντας το βλέμμα μου στην πλάτη του καθώς απομακρυνόταν. Λίγο πριν βγει σταμάτησε, έστρεψε με μια κίνηση προς την πιάτσα των ταξί. Τέλος Σεπτέμβρη. Είχε μια ανεμελιά στο βήμα του. Μια ελευθερία. Νέος μόνος. Φοιτητής μάλλον. Αριστοτέλειο;


Ήρθε στο νου μου η Αλεξάνδρα. Χρόνια στο ίδιο γραφείο. Χρόνια στο κατόπι του Μάριου. Η κινητή τηλεφωνία ήταν γι’ αυτήν η μεγαλύτερη εφεύρεση όλων των εποχών. (Είχα κι ένα φίλο –παθολογικά ζηλιάρη– που πίστευε το ίδιο, αλλά συνήθως το κινητό της γυναίκας του στις περισσότερες από τις μοναχικές εξόδους της έμενε από μπαταρία).


Συνήθιζε να επικοινωνεί με το μοναχογιό της με ή χωρίς αφορμή. Μια, για το τι θα ήθελε να ετοιμάσει για φαγητό και άλλοτε, για το πού βρίσκεται ή τι ώρα θα ‘ρθει. Απορίες κι ερωτήματα, που όταν οι σπουδές τον έφεραν στη Θεσσαλονίκη, αναπροσαρμόσθηκαν στις ανάγκες της απόστασης. Μια, για το τι καιρό κάνει και άλλοτε για το αν έχει χρήματα ή αν του φτάνουν οι αλλαξιές.


Κάθε φορά που χτυπούσε το κινητό της κι η οθόνη έγραφε «Μάριος» δεν χρειαζόταν να το διαβάσεις, το πρόσωπό της μιλούσε. Η φωνή του έφερνε το πιο ζεστό χαμόγελο στα χείλη της. Η ανάσα της άρχιζε να τρέχει από λαχτάρα. Να προλάβει τη φούρια του, πριν της πει το «άντε, γεια» να του τα πει εκείνη όλα. Με μια ανάσα. Με μια φωνή.


Κάπου, κάποια άλλη «Αλεξάνδρα» αγωνιούσε γι’ αυτό το παλικάρι. Πού να βρισκόταν εκείνη άραγε; Στο Αιγάλεω; Μήπως στην Πάτρα; Στα Χανιά ίσως; Σημασία έχει πού ‘ναι ο γιός της. Σα να τη βλέπω. Σφίγγει ακόμα στο χέρι το τηλέφωνο.


Θα τον κοιτούσε να φεύγει. Ν’ απομακρύνεται. Μια παρόμοια εικόνα σαν αυτή που μόλις πριν λίγα δευτερόλεπτα έβλεπα κι εγώ. Θα τον έφερε στο μυαλό της στην πρώτη του απαγγελία. Κατάξανθος, άκαμπτος, αγχωμένος. Ένα ποίημα για τον Καραϊσκάκη. Το μωρό της. Το καμάρι της. Η κάμερα βιντεοσκοπούσε λαίμαργα στίχο το στίχο. Το χειροκρότημα που συνόδευσε τη δισταχτική του υπόκλιση νόμισε πως ήταν και για κείνη.


Πόσα από τη ζωή της άφησε πίσω για να ‘χει μια ζωή σύμφωνα με όσα χρειάζεται. Το δωμάτιό του, την ψυχαγωγία του, το καλό του ρούχο, τα εξωσχολικά του βιβλία. Η ζωή του περνούσε μέσα από τις φλέβες της, μέσα από το είναι της. Ήταν η πρώτη κι η τελευταία της φροντίδα. Ο φύλακας άγγελός του. Ο ρόλος της μάνας της ταίριαζε γάντι. Μέσα από τις καθημερινές φροντίδες και δραστηριότητες βίωνε το μεγαλείο της φύσης. Είχε άλλωστε κοπιάσει τόσο για να τον αποκτήσει. Τόσες εξετάσεις, φάρμακα, πόνους και ξενύχτια.


Πόσο όμορφο είναι οι κόποι σου να δικαιώνονται. Κι ο γιος της ήταν η καλύτερη δικαίωση. Το έπαθλο και το λάφυρο μαζί. Το υπέρτατο αγαθό. Η άφατη ευχαρίστηση. Τα συρτάρια φύλαγαν ακόμα με ευλάβεια τα πρώτα μωρουδιακά του. Τα φωτογραφικά άλμπουμ φιλοξενούσαν αχόρταγα τις δημόσιες εμφανίσεις του και τις εξαιρετικές στιγμές του. «Ο Μάριος σημαιοφόρος». «Ο Μάριος στο πιάνο». «Ο Μάριος στο θεατρικό»…


Ο Μάριος παντού. Οι έπαινοί του στόλιζαν με καμάρι του τοίχους του δωματίου του. Ο γιος της ήταν ο προορισμός. Το νέο τέρμα της. Ούτε είκοσι χρόνων καλά-καλά. Χρόνια και μήνες γεμάτες φροντίδα, έννοια, τρέξιμο. Άδεια από προσωπική ζωή, από σπουδαία ενδιαφέροντα. Γεμάτη σπουδαία όνειρα και σχέδια για το σπλάχνο της. Μέσα στους δρόμους, έξω από τον κόσμο.


«Άσε πια το παιδί» τη μάλωνε διακριτικά ο Κοσμάς. «Τον έχει φάει με τη φροντίδα της», μου εξομολογούνταν με παράπονο, ο καημένος κάποιες φορές που τύχαινε να βρεθούμε οικογενειακά. Εκείνη όμως απτόητη. Τι ήξερε άλλωστε αυτός; Αυτός μήπως είχε τυραννηθεί για τον φέρει στον κόσμο; Αυτός ξενυχτούσε στις αρρώστιες του;


Το «παιδί», όπως κάθε παιδί, έχει ανάγκη τη μάνα. «Η μάνα –όπως έλεγε κι η μάνα της– είναι το λιμάνι». Κι η Αλεξάνδρα φρόντιζε για να ‘ναι ο Μάριος πάντα μέσα στο λιμάνι ή το πολύ-πολύ κάπου εκεί γύρω. Στα ρηχά. Στα σίγουρα. Στην ασφάλεια της αγάπης της. Αδιαφορούσε αν το λιμάνι δεν είναι μόνο ο κατάπλους, αλλά κι ο απόπλους. Έξω στο πέλαγος παραμονεύουν οι φουρτούνες. Οι καταιγίδες. Οι πειρατές. Το σκοτάδι. Άσε πια τις τετραπέρατες σειρήνες.


«Τι θα φας;». Του είχε ετοιμάσει κοτόπουλο με ρύζι. Σ’ ένα τάπερ του είχε βάλει και σπανακόπιτα. Τα μπιφτέκια –τον χιλιοπαρακάλεσε– με τίποτε δεν δέχτηκε να τα πάρει μαζί του. Πείσμα. Σ’ αυτό κι αν της έμοιασε. Άμα της κόλλαγε κάτι, τέλος. Η ψυχή να της έβγαινε, γνώμη δεν άλλαζε. Και τη σπανακόπιτα, εδώ που τα λέμε, για ν’ αποφύγει την άρνησή του, την έχωσε ανάμεσα στα σλιπ και τις φανέλες, κάτω από την Ιστορία της Ψυχολογίας.


Ο Μάριος έχασε την Αθήνα κατά ανεξήγητο –για τη μητέρα του– τρόπο. Παραλίγο να χάσει και τη Θεσσαλονίκη. Πάντα άριστος. Χωρίς διακυμάνσεις στο διάβασμά του. Προσεχτικός. Πώς; Πώς κι έγινε αυτό; Γιατί να συμβεί σ’ αυτή αυτό το κακό;


«Σ’ αγαπώ, μαμά». Σα ν‘ ακούω μια μπάσα νεανική φωνή να φωνάζει μέσα από ένα ταξί που κατευθύνεται προς την Καμάρα και να χαμογελά γεμάτη τρυφερότητα. Μοιάζει και με τη φωνή του Μάριου.


«Σ’ αγαπώ, μαμά. Σ’ ευχαριστώ για όσα μου πρόσφερες. Για όσα έκανες και δεν ξέρω. Για όσα νοιάστηκες και δεν θα τα μάθω ποτέ. Για τα γεμιστά και τα μπιφτέκια. Για τα ξενύχτια και τους ποδαρόδρομους. Για τα φιλιά και τα χάδια. Για τα “όχι” και τις φωνές. Για τα “μπράβο” και τις ευχές.

»Το χνούδι πάνω απ’ τα χείλη μου, που με κρυφό καμάρι, ένοιωθες να γίνεται αντρικό μουστάκι. Οι μυρωδιές της εφηβείας μου, που μ’ έκλειναν ώρες στο μπάνιο και σ’ έκαναν ν’ αγανακτείς.

»Η χροιά της φωνής μου, που άντρευε μέρα τη μέρα ξαφνιάζοντάς σε ευχάριστα.

»Οι αναπάντεχες εκρήξεις, οι θυμοί μου, που σε άφηναν άφωνη. Κάθε τι πάνω μου εδώ και λίγα χρόνια σου μιλούσε, σου φώναζε. Άκουγες αυτή τη δυνατή φωνή, μα η φωνή της ψυχής σου, της αγάπης σου ήταν πιο δυνατή, ήθελε να με κρατήσει στο παλιό τέρμα. Στην ασφάλεια, στη ζεστασιά, στο καταφύγιο, στο λιμάνι.

»Εσύ μου έμαθες να μην συμβιβάζομαι. Να έχω πίστη στον εαυτό μου. Να είμαι ακέραιος. Να είμαι ο εαυτός μου. Αυτός έγινα, μαμά. Ο εαυτός μου.

»Αν έμενα. Αν δεν άφηνα έξω απ’ το γραπτό μου τις περιττές μονάδες των Λατινικών. Αν όλα γίνονταν όπως είχαν σχεδιαστεί, νόμιζα θα σαπίσω στο αγκυροβόλι.

»Το “λιμάνι” είναι σημαντικό να υπάρχει και να το νοιώθεις πάντα έτοιμο να σε καλοδεχτεί και ν’ ακούσει με υπομονή κι ενδιαφέρον τις νέες εμπειρίες απ’ τα ταξίδια σου.

»Δεν διακινδύνεψα δα και πολλά. Η “αναπηρία” μιας αποτυχίας στις εξετάσεις, δεν συγκρίνεται με μια ζωή χωρίς δεκανίκια».


«Άφιξη πτήσης 182 Ολυμπιακής Αεροπορίας από Ντίσελντορφ…» Μια άλλη φωνή απ' τα μεγάφωνα με ανακάλεσε πίσω στο παρόν.


Γεια σου Μάριε ή όπως αλλιώς σε λένε. Καλά ταξίδια. Το φυλαχτό της αγάπης που κουβαλάς στον κόρφο, στην καρδιά σου, είναι η ασφαλέστερη πυξίδα στο ταξίδι της ζωής σου.

13 Προβολές0 Σχόλια

Πρόσφατες αναρτήσεις

Εμφάνιση όλων

コメント


bottom of page