Αναζήτηση
  • Βαγγέλης Βουτσινάκης

Διακοφτό, ο τόπος

Για εδώ δεν έχω μιλήσει, με λέξεις τουλάχιστον. Εικόνες που γεννιούνται μπρος στα μάτια μου και ξεπηδάνε απ’ όπου κι αν στρέψεις το βλέμμα ξαφνιάζουν, εντυπωσιάζουν κι εντυπώνονται, είναι κυρίως ο «κώδικας» για να επικοινωνήσω τα συναισθήματά μου γι’ αυτόν τον τόπο, που δεν είναι αλλά έγινε ο τόπος μου.


Τόπος που γεννά τα συναισθήματα αβίαστα, αν στα στενά του περπατήσεις, αν χαθείς ανάμεσα στα χωράφια, αν μυρίσεις τη θάλασσα, αν αισθανθείς το αεράκι του Βουραϊκού. Μπορεί κι ακόμα περισσότερα να κερδίσεις αν δοκιμάσεις να γευτείς τις «καλημέρες» στα καφενεία της αγοράς μαζί με τον καφέ ή κάποιο ουζάκι κατά τις δώδεκα.


Εκεί εγώ βρήκα από χρόνια καλοκαίρια ξενοιασιάς και χειμώνες ανανέωσης. Εποχές, που η ευλογημένη μυρωδιά της ελιάς όπως συνθλίβεται κυριεύει την υγρή ατμόσφαιρα ή άλλες, που οι μουσικές απ’ τις ξενυχτισμένες παραλίες κυκλοφοράνε στο ζεστό αεράκι μισομεθυσμένες.


Όλο το χρόνο, όλα αυτά τα χρόνια που με έδεσαν και μας έδεσαν, ο χρόνος δεν φεύγει μόλις στρίψω και βγω απ’ την Εθνική στον «κόμβο», αλλά γίνεται σύντροφος κι ανάμνηση γλυκιά που μένει, δίπλα στο κύμα, στην άμμο ή τα βότσαλα, μπροστά στο τζάκι, στη θαλπωρή, στη γαλήνη, μέσα στο χωριό ή έξω στα χωράφια με τις ελιές, τις λεμονιές, τις πορτοκαλιές.


Εκεί, ιδιαίτερα, ο χρόνος δείχνει να ‘χει μείνει για πάντα αλλού, έτσι όπως το ένα μετά το άλλο αυτά αφήνονται, όχι στην περιποίηση και τη φροντίδα του, μα στην εγκατάλειψη, τη φθορά, την ερημιά.


Μην πάει το μυαλό σου σε ειδυλλιακά τοπία και μέρη μ’ εξωτικές ομορφιές, ένα τυπικό χωριό είναι το Διακοφτό, αλλά αυτή είναι κι η ομορφιά του που με κέρδισε. Ένα χωριό κάτω απ’ τη σκιά του Χελμού, πάνω στον ολοζώντανο Κορινθιακό, χωρίς διατηρητέα περισπούδαστα και καθεδρικό ναό εντυπωσιακό, χωρίς πανηγύρια ονομαστά και πολιούχους επώνυμους.


Αυτή του όμως η απλότητα, η διακριτικότητα, η μοναχικότητα των χειμώνων κι ο συνωστισμός των καλοκαιριών, είναι η ομορφιά που με κέρδισε, μα, πιο πολύ, όλοι αυτοί οι άνθρωποί του, που όλα αυτά τα χρόνια γνώρισα, αγάπησα, στήριξα κι εμπιστεύτηκα, ανταποδίδοντάς μου, όπως καθείς τους αισθανόταν και το μπορούσε, την καλοσύνη, το ενδιαφέρον και την αγάπη τους.


Μην πάει κι εδώ το μυαλό σου σε τίποτε σχέσεις περίπλοκες, απρόσμενες, αγαστές, ανθρώπινες είναι -human relations που θα λέγανε και στα χωριά του Ηνωμένου Βασιλείου- με τα πάνω και τα κάτω τους, με τις ίντριγκες, τις διχόνοιες και τις γκρίνιες τους, αλλά που όλοι είναι έτοιμοι να πνίξουν όλα τα στραβά, όλα τα «λόγια», σ’ ένα πλατύ χαμόγελο ή μέσα σ’ ένα ποτήρι κρασί.


Για να είμαι ειλικρινής, βαρύ το βρίσκω το κρασάκι που άφθονα βγάζει ο τόπος, αλλά είναι η παρέα κάθε φορά, που, μετά το δεύτερο και το τρίτο, κάνει να κατεβαίνει, το άτιμο, αβίαστα -πάντα υπάρχει κάποιος με δίπλωμα οδήγησης που δείχνει αυτοσυγκράτηση για την επιστροφή.


Τώρα δε, με τον Τσίπρα, που οι παρέες εδώ -όπως και σ’ όλη σχεδόν την Αχαΐα- είδαν το φως το αληθινό στον ήλιο κι από Πασοκτζήδες και «Παπανδρέου και ξερό ψωμί», μου το γυρίσανε στον λαϊκό Αλέξη και τον ΣΥΡΙΖΑ, η φωνή μου αισθάνομαι -μετά το δεύτερο και τρίτο που λέγαμε παραπάνω- ν’ αντηχεί κάπως σαν η φωνή της συνείδησής τους.


Οι… ασυνείδητοι!


Επίσης, μην περιμένεις να σου πω για τον Διονύση Παπαγιαννόπουλο και τον Οδοντωτό.


Τον μεν Νιόνιο, μέρα παρά μέρα τον έχεις μέσ’ στο σπίτι σου, αφού όλο και κάποιο απ’ τα κανάλια θα παίζει μια απ’ τις πολλές πανέμορφες ασπρόμαυρες ταινίες, που πρωταγωνιστεί και ξεδιπλώνει ολοζώντανο το πηγαίο το ταλέντο του, οπότε καταλαβαίνεις το λόγο που για μένα τα λόγια περιττεύουν, αλλά και γιατί είναι το διαχρονικό ίνδαλμα κι η περηφάνια του κάθε Διακοφτίτη.


Όσο για τον Οδοντωτό, άσε, θα σου ‘λεγα, να τα πούνε οι σιδηροδρομικοί αυτοπροσώπως όλα τα ιστορικά κι όλα τα ντοκουμέντα, εσύ έλα μόνο ν’ αρμενίσεις, να ταξιδέψεις, ανάμεσα στους βράχους, εκεί στο στενό του Βουραϊκού ανέβασμα προς τα Καλάβρυτα, σ’ έναν άλλο τόπο προς την Ιστορία αυτοπροσώπως , μ’ έναν άλλον ξεχωριστό κι ασυνήθιστο, με τρένο, τρόπο.


Μην αμελήσεις! Εμπειρία!


Κι αν δεν πιστεύεις, άνοιξε όποιον ταξιδιωτικό οδηγό θέλεις κι ύστερα πες μου. Α!... Μην αμελήσεις κι εισιτήρια εγκαίρως να κρατήσεις -έχει και προσφορές.


Κλείνω, λοιπόν, εδώ όταν βρεθώ τα μάτια απ’ όλα αυτά που καθημερινά ταράζουν τη ζωή μου κι ανοίγω της καρδιάς τα φυλλοκάρδια, εκείνα που ο τόπος κι όσοι εδώ ζουν μπορούν κι αγγίζουν, όπως χρόνια που πέρασαν με κάποια αθωότητα και μπόλικη ανθρωπιά, φιλότιμο κι ειλικρίνεια μαζί, και τους καιρούς να γίνονται πιο φιλικοί και πιο φιλόξενοι φροντίζω, εδώ στο Διακοφτό, που δεν είμαι από ‘δω, αλλά πολύ μου αρέσει εδώ να βρίσκομαι.

11 προβολές0 σχόλια

Πρόσφατες αναρτήσεις

Εμφάνιση όλων