top of page

'Ολα εξηγούνται...

  • Εικόνα συγγραφέα: Βαγγέλης Βουτσινάκης
    Βαγγέλης Βουτσινάκης
  • πριν από 6 λεπτά
  • διαβάστηκε 3 λεπτά

…Σιγά που στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης θα ‘μενε κάτι ανεξήγητο, σιγά που θα ‘μενε κάτι αναπάντητο. Παίρνουμε τώρα τις απαντήσεις και εισπράττουμε τις συνέπειες, αλλά οι αιτίες βρίσκονται πολλά χρόνια πίσω και γι’ αυτό ούτε την τεχνητή νοημοσύνη έχουμε ανάγκη, ούτε τα «νύχια μας να μυρίσουμε» -που έλεγε κι η μάνα μου. Λίγο ενδιαφέρον, μια σταλιά κοινής λογικής και στοιχειώδεις γνώσεις αριθμητικής χρειάζονται.


Πού κολλάει η αριθμητική; Όχι, φυσικά, για τον πληθωρισμό ή τις τιμές των καυσίμων, αλλά για να διαπιστώσουμε κάτι απλό: ότι σήμερα βρίσκονται στην πιο δημιουργική και παραγωγική ηλικία όσοι γεννήθηκαν από το 1974 και μετά· τα παιδιά μας και, για πολλούς, τα εγγόνια τους.


Σε τι εποχές έζησαν και μεγάλωσαν όλοι αυτοί οι άνθρωποι που σήμερα είναι από τριάντα έως πενήντα πέντε χρονών; Μέσα σε ποιες κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες μορφώθηκαν, κοινωνικοποιήθηκαν, δημιούργησαν οικογένειες και προσπάθησαν να χτίσουν τη ζωή τους; Και κυρίως: τι απ’ όλα εκείνα παραμένει όρθιο σήμερα;


Τι σταθερές υπάρχουν πια; Ποια δεδομένα στηρίζουν την κοινωνική συνοχή, την ίδια την αίσθηση πως το αύριο μπορεί να είναι καλύτερο από το σήμερα;


Τίποτα!


Ένας αδύναμος απόηχος ειρήνης, κάποιες ξεθωριασμένες αναμνήσεις κοινωνικής ευημερίας και σκόρπιες αναφορές στην κοινωνική δικαιοσύνη και την πρόοδο. Στη θέση τους κυριαρχούν η ανασφάλεια, η απογοήτευση και μια γενικευμένη αίσθηση ματαιότητας. Ένας κόσμος όπου ο φόβος για το αύριο έχει αντικαταστήσει σχεδόν κάθε συλλογική προσδοκία.


Πώς να μην έχουν απορρίψει και ν’ απέχουν από τα πάντα όλοι αυτοί οι άνθρωποι που βλέπουν τις ζωές τους να βυθίζονται σε μια στασιμότητα που βαφτίζεται «κανονικότητα» και το μέλλον τους να καλύπτεται από μια μόνιμη αχλή αβεβαιότητας;


Πώς να πιστέψουν σε πολιτικά συστήματα, κόμματα και θεσμούς όταν μεγάλωσαν βλέποντας αλλεπάλληλες διαψεύσεις, υποσχέσεις χωρίς αντίκρισμα και κυβερνήσεις που άλλα έλεγαν κι άλλα έκαναν; Πώς να αισθανθούν ότι η συμμετοχή τους έχει πραγματικό νόημα, όταν η πολιτική μοιάζει ολοένα και περισσότερο αποκομμένη από την κοινωνία και εγκλωβισμένη σ’ έναν κόσμο επικοινωνιακής διαχείρισης, μικροκομματικών υπολογισμών και επαγγελματικής αναπαραγωγής της εξουσίας;


Η γενιά αυτή δεν γνώρισε μεγάλες συλλογικές αφηγήσεις ούτε περιόδους σταθερής προόδου. Γνώρισε τη διάψευση της παγκοσμιοποίησης, την οικονομική κρίση, τα μνημόνια, τη διάλυση της μεσαίας τάξης, την εργασιακή επισφάλεια, την πανδημία, την ενεργειακή κρίση, τους πολέμους και τις μεταναστευτικές ροές που επέστρεψαν πιεστικά στην Ευρώπη και την ευρύτερη περιοχή. Μεγάλωσε μέσα σε μια διαρκή αίσθηση προσωρινότητας· χωρίς βεβαιότητες, χωρίς σταθερό έδαφος, χωρίς την πεποίθηση ότι η ζωή της θα γίνει καλύτερη από εκείνη των προηγούμενων γενιών.


Κι όλα αυτά μέσα σ’ ένα περιβάλλον όπου η τεχνολογία και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δεν έφεραν περισσότερη δημοκρατία και συμμετοχή, αλλά συχνά μεγαλύτερη μοναξιά, θυμό και σύγχυση. Έναν κόσμο όπου όλα σχολιάζονται, όλα καταγγέλλονται και τίποτε σχεδόν δεν εμπνέει πραγματική εμπιστοσύνη.


Μέσα σ’ αυτό το τοπίο, η αποχή δεν είναι απλώς αδιαφορία. Είναι απογοήτευση, δυσπιστία και θυμός. Είναι μια σιωπηλή άρνηση συμμετοχής σ’ ένα πολιτικό παιχνίδι που πολλοί θεωρούν προαποφασισμένο και χωρίς ουσιαστικό αντίκρισμα στη ζωή τους.


Και ίσως το πιο ανησυχητικό δεν είναι ότι οι νέοι απέχουν από τις εκλογές. Είναι ότι απομακρύνονται συνολικά από κάθε συλλογική διαδικασία: από τα κόμματα, τα συνδικάτα, τις οργανώσεις, ακόμη κι από την ίδια την ιδέα της κοινής δράσης. Υποχωρούν σ’ έναν ατομικό δρόμο επιβίωσης, χαμηλώνουν τον πήχη των προσδοκιών τους και μαθαίνουν να μη περιμένουν πολλά από κανέναν.


Όμως καμία κοινωνία δεν μπορεί να σταθεί μακροπρόθεσμα έτσι. Καμία δημοκρατία δεν μπορεί να λειτουργήσει ουσιαστικά όταν οι πιο παραγωγικές ηλικίες της αντιμετωπίζουν την πολιτική είτε ως θέαμα είτε ως κάτι ξένο και μάταιο.


Κι εδώ βρίσκεται η μεγάλη ευθύνη του πολιτικού συστήματος. Όχι να κουνά υποκριτικά το δάχτυλο στους νέους ή να χύνει «κροκοδείλια δάκρυα» επειδή απέχουν, αλλά να κοιταχτεί επιτέλους στον καθρέφτη. Να αναρωτηθεί γιατί μια ολόκληρη γενιά δεν πιστεύει σχεδόν τίποτα απ’ όσα ακούει. Γιατί αντιμετωπίζει τα κόμματα ως κλειστούς μηχανισμούς εξουσίας και όχι ως χώρους συμμετοχής και προοπτικής.


Γιατί μεγάλωσε βλέποντας πολιτικούς να υπόσχονται αξιοκρατία και ν’ αναπαράγουν πελατειακές σχέσεις, να μιλούν για κοινωνική δικαιοσύνη και να πρωταγωνιστούν ή ν’ ανέχονται κραυγαλέες ανισότητες, να επικαλούνται το «μέλλον των νέων» σπεύδοντας όμως -με προκλητικότητα σε κάποιες περιπτώσεις- να εξασφαλίσουν πρώτα και κύρια το δικό τους πολιτικό μέλλον.


Πώς ακριβώς να πιστέψει ένας νέος άνθρωπος στην πολιτική όταν νιώθει ότι συμμετέχει μόνο ως ψηφοφόρος μιας μέρας και παραμένει αόρατος τις υπόλοιπες; Όταν βλέπει τα ίδια πρόσωπα, τις ίδιες οικογένειες και τις ίδιες νοοτροπίες ν’ ανακυκλώνονται επί δεκαετίες; Όταν αισθάνεται πως οι αποφάσεις λαμβάνονται ερήμην του και πως η δική του ζωή αντιμετωπίζεται απλώς ως στατιστικό μέγεθος σε κάποιο κυβερνητικό αφήγημα «ανάπτυξης» και «σταθερότητας»;


Και τότε η αποχή παύει να είναι απλώς μια πολιτική στάση. Μετατρέπεται σε κοινωνική παραίτηση. Κι αυτό είναι ίσως το πιο ανησυχητικό μήνυμα για μια δημοκρατία που βλέπει τις νεότερες γενιές να απομακρύνονται σιωπηλά απ’ αυτήν.

Σχόλια


bottom of page