Αναζήτηση
  • Βαγγέλης Βουτσινάκης

Ζηλεύω τον Μητσοτάκη

Ο Θεός να με συγχωρέσει, αλλά κάθε φορά που βλέπω τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη στην τηλεόραση ζηλεύω.


Μην πάει ο νους πως η ζήλια μου έχει να κάνει με την ηλικία του ή στην άριστη διαύγεια του πνεύματός του. Δεν έχει η ζήλια προσωπικά στοιχεία, θα έλεγα, δεν τον αφορά, υπό μία έννοια, ως άνθρωπο.


Μάλλον ως πολιτική προσωπικότητα, ως πολιτικός, διεγείρει το θυμικό μου και προκαλεί το συναίσθημα της ζήλιας. Και πάλι όμως, μην σπεύσετε να με κατατάξετε στους θαυμαστές της πολιτικής του, στους ψηφοφόρους του ή στους Κρήτες υποστηρικτές του.


Δεν είμαι κάν Χανιώτης. Γαραζανές είναι οι ρίζες μου.


Δεν θα σας κουράσω περισσότερο.


Η ζήλια μου δεν είναι προσωπική, αλλά σχετίζεται με το γεγονός, ότι ο πολιτικός αυτός, με την πασίγνωστη και τόσο αμφιλεγόμενη από πολλούς πολιτική διαδρομή, είναι εδώ και πολλά χρόνια, από το 1994 αν θυμάμαι καλά, από τότε δηλαδή, που πολλοί σημερινοί ψηφοφόροι κι ενασχολούμενοι με την πολιτική δεν ήταν κάν γεννημένοι, είναι επίτιμος αρχηγός της Νέας Δημοκρατίας.


Τίμησε και τιμά το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας, που τον τίμησε, παρά τις αρχικές επιφυλάξεις και τις εσωκομματικές αντιδράσεις, αλλά τίμησε με συνέπεια και το φιλελεύθερο χώρο. Έγινε πρωθυπουργός κι έπεσε άδοξα χάνοντας την κοινοβουλευτική πλειοψηφία με ευθύνη και πρωτοβουλία ενός πρωτοκλασάτου τότε στελέχους της παράταξής του, του σημερινού πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά.


Δεν ιστοριογραφώ.


Το ΠΑΣΟΚ κυβέρνησε τα 20 από τα 36 χρόνια της μεταπολίτευσης –αν υποθέσουμε ότι αυτή «έκλεισε» το 2010 με το πρώτο μνημόνιο, αλλά πού είναι οι πρωθυπουργοί του; Πού είναι οι πολιτικοί άνδρες που ηγήθηκαν των πολιτικών επιλογών και της τύχης της χώρας επί τόσα χρόνια;


Στα σπίτια τους.


Λοιδορούμενοι, συκοφαντούμενοι, ανυπεράσπιστοι απ’ τον κομματικό χώρο που υπηρέτησαν. Ακόμα κι ο Ανδρέας Παπανδρέου, το σύμβολο κι ο στυλοβάτης ιδρυτής του, ο πολιτικός χάρη στον οποίο αναδείχτηκαν τόσοι και τόσοι πολιτικοί, έχει αφεθεί, μαζί κι όλη του η οικογένεια, ανυπεράσπιστος στις ρυπαρές πέννες και τα στόματα του κάθε τυχάρπαστου τυχοδιώκτη και καιροσκόπου.


Γι’ αυτό ζηλεύω τον Κωσταντίνο Μητσοτάκη.


Μήπως όμως η Νέα Δημοκρατία επιφύλαξε διαφορετική μεταχείριση στους εκλιπόντες που υπηρέτησαν το κόμμα τους και τη χώρα από τη θέση του πρωθυπουργού, τον Κωσταντίνο Καραμανλή και τον Γεώργιο Ράλλη;


Όχι!


Χαίρουν διαχρονικά τιμών κι εκτίμησης, ο δε πρώτος εξ αυτών, περιττεύει ν’ αναφερθεί, σε πόσο περίοπτη και λαμπρή θέση βρίσκεται, όχι μόνο από τον στενά εννοούμενο παραταξιακό του χώρο.


Ο Κώστας Καραμανλής αποτελεί ίσως την πειστικότερη επιβεβαίωση για του λόγου το αληθές. Η πρωθυπουργική του διαδρομή κι οι συνέπειές της είναι πασίγνωστη ανά το Πανελλήνιο, αλλά μην τολμήσεις να του αγγίξεις τρίχα –που λέει ο λόγος– σ’ έφαγαν οι Νεοδημοκράτες.


Λες κι έχει κατάρα αυτός ο χώρος, ο χώρος που ορίζεται από το κέντρο και προς τ’ αριστερά του πολιτικού φάσματος, και δε μπορεί να στεριώσει ενωμένος διαχρονικά.


Αδυνατεί ν’ αντισταθεί στις φυγόκεντρες δυνάμεις που αναπτύσσονται στο πέρασμα του χρόνου. Αδυνατεί να διαμορφώσει ένα σταθερά συνεκτικό πλαίσιο πολιτικής έκφρασης. Αδυνατεί να τιθασεύσει τις φιλοδοξίες, τους εγωισμούς, τις ομαδοποιήσεις και τις έριδες.


Δεν έχει ξεκάθαρη παραταξιακή συνείδηση, ταυτότητα. Δες το και ιστορικά. Μόνο κάτω από ισχυρές προσωπικότητες και σε ιδιαίτερα κρίσιμες συγκυρίες για τη χώρα, ο χώρος αυτός βρέθηκε ενωμένος και ισχυρός στη διακυβέρνησή της.


Σε αντιδιαστολή, ο συντηρητικός χώρος, παρά τις κατά καιρούς έριδες, αντιπαλότητες ή και «προδοσίες» ακόμα, βρίσκει τον τρόπο, έχει στο DNA του τ’ αντανακλαστικά της αυτοσυντήρησης και τ’ αντιμετωπίζει, άλλοτε εύκολα κι άλλοτε πιο δύσκολα, αποφεύγοντας όμως πάντα να εκθέσει και να αφήσει ανυπεράσπιστους τους ανθρώπους που την υπηρέτησαν.


Η παρούσα συγκυρία είναι μια ακόμα απόδειξη, ο χώρος αυτός παρά το γεγονός ότι συρρικνώθηκε εκλογικά το 2009 στο ιστορικά χαμηλό της, σήμερα αποτελεί πόλο πολιτικής σταθερότητας και συγκυβερνά τη χώρα έχοντας ως ηγέτη εκείνον τον πολιτικό που –όπως προαναφέρθηκε– έχει προκαλέσει μιαν από τις βαθύτερες πληγές της.


Το ΠΑΣΟΚ απ’ την άλλη, που εξέφρασε το «αντίπαλο δέος» και τον ευρύ κεντρώο χώρο της μεταπολίτευσης, συγκυβερνά μεν, αλλά χειμάζεται και μαραζώνει διχασμένο και ταλανίζεται από τη σχεδόν καθημερινή διαμάχη μεταξύ νυν και πρώην αρχηγών του, με πρώην πρωθυπουργούς να εγκαλούν τους διαδόχους τους, με συρρικνωμένη δραματικά εκλογική βάση, με τη σκιά των πολιτικών της λιτότητας και των μνημονίων να το καταδιώκουν από μετάλλαξη σε μετάλλαξη.


Με τα στελέχη του σκορπισμένα στους πέντε ανέμους των κοινοβουλευτικών εδράνων και τους ψηφοφόρους του σε χίλια κομμάτια μη ξέροντας ποιον ν’ αφήσουν και με ποιον να πάνε. Όλοι προδομένοι, μόνοι κι έρημοι.


Είδα και ζήλεψα, λοιπόν, τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη, αλλά τον θαύμασα ταυτόχρονα καθώς μιλούσε για τον κίνδυνο του λαϊκισμού και μου ήρθαν στο μυαλό αυτές οι σκόρπιες σκέψεις. Δεν ξέρω τι θα γίνει με το Βενιζέλο, τελικά, και με τον Παπανδρέου, δεν ξέρω τι μπορεί να γίνει με τα σχήματα που πάνε να δημιουργηθούν στο χώρο, δεν ξέρω τίποτε. ‘Η μάλλον κάτι ξέρω.


Ξέρω ότι δεν θα ‘θελα να ξαναζηλέψω βλέποντας τον οποιονδήποτε πολιτικό άλλου χώρου.


Ξέρω ότι θέλω να αισθανθώ τη σιγουριά και την ασφάλεια, ότι ο χώρος του κέντρου που εξέφρασε κι εξέθρεψε τόσες ελπίδες και προσδοκίες για τον λαό, μπορεί να ωριμάσει πολιτικά κι εξοβελίζοντας την ευκολία και τον κίνδυνο του λαϊκισμού, θα πλησιάσει και θα σταθεί και πάλι με τις προοδευτικές του πολιτικές προτάσεις και τις ελπιδοφόρες του απόψεις δίπλα σ’ όλους εκείνους που επί χρόνια στηριζόταν. Στους ανθρώπους. Κόντρα στον καιρό και την Ιστορία.


Τότε, ξέρω, η επιβίωση δεν θά 'ναι πάνω στο κουτσό τούτης της εξουσίας το δεκανίκι, αλλά στεριωμένη περήφανα πάνω στην ψήφο και την εμπιστοσύνη του λαού που θα ενώνει.

14 προβολές0 σχόλια