Αναζήτηση
  • Βαγγέλης Βουτσινάκης

Η γλυκιά εκδίκηση του Ανδρέα

Παιδιά, αγέννητοι οι περισσότεροι ή μωρά με την πιπίλα στο στόμα αναφέρονται στον Ανδρέα Παπανδρέου και το ΠΑΣΟΚ με απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς, λοιδορούν, χλευάζουν, βρίζουν. Δεν έχουν άδικο· έτσι κάπου άκουσαν, έτσι κάποιοι τους είπαν, έτσι κάτι διάβασαν.

Εξάλλου, όταν ο ένας μετά τον άλλο οι επίγονοι κι οι συμπρωταγωνιστές αποχωρούν, αποστασιοποιούνται, αλληλοκατηγορούνται ή απλώς διαγκωνίζονται για μια θέση εξουσίας, είναι λογικό καθένας που δεν έζησε, δεν ξέρει ή δεν θέλει να ξέρει, να υποστηρίζει, να νομίζει και να πλάθει το δικό του σενάριο για τον Ανδρέα Παπανδρέου.

Το γεγονός και μόνο, ότι κάθε χρόνο, κι ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια, τέτοια μέρα –αλλά κι ευκαιρίας δοθείσης– σχετικοί κι άσχετοι σπεύδουν να καταθέσουν την όποια καλή ή κακή άποψή τους γι’ αυτόν τον πολιτικό, που με την προσωπικότητα και τη δράση του άφησε ανεξίτηλο κι ευδιάκριτο το στίγμα του στην Ιστορία της χώρας, σημαίνει ότι κάθε άλλο παρά τυχαίος και συνηθισμένος πολιτικός ήταν.

Ο Ανδρέας ήταν χαρισματικός.


Εκεί και βάζω τελεία, έτσι τον αισθάνθηκα ως πολίτης. Δεν υπάρχουν ούτε κοινά σημεία, ούτε μέτρο σύγκρισης για οποιονδήποτε μεταγενέστερο ή σύγχρονό μας πολιτικό. Το τι λέγεται και γράφεται δεξιά κι αριστερά δεν αφορά τον Ανδρέα Παπανδρέου και την ιστορική του διαδρομή.

Εμένα κι εσένα μπορεί ν’ αφορά και μερικούς άλλους ακόμα που, έχοντας ζωντανές μνήμες από εκείνη την εποχή, θέλουν να μας «τσουβαλιάσουν» στο ανιστόρητο παραμύθι που περιφέρουν και συντηρούν, στο παραμύθι τους, στην δική τους προσπάθεια να εξασφαλίζουν με τον ευκολότερο τρόπο δύσκολες ψήφους.

Πατριωτισμό κι αριστεροσύνη διαλαλούν στην πραμάτια τους για να «τσιμπήσουν» και ν’ ακολουθήσουν τα σιτεμένα κι αδέσποτα «παιδιά» της Αλλαγής. Ρίχνουν «Αντρέα» στην αρένα, γιατί δεν έχουν τι να πουν, τι να οραματιστούν και τι να προτείνουν· όλα τα έχουν κάνει ίσωμα και τέλμα. Περιμένουν με παρομοιώσεις και παραλληλισμούς να συνεγείρουν τα πλήθη, ενώ, στο μεταξύ, έχουν ευνουχίσει τις ελπίδες τους, έχουν ξεφτιλίσει τα όνειρά τους, έχουν εξορίσει τις προσδοκίες τους.

Όμως η Ελλάδα του 2017, η Ευρώπη κι ο κόσμος του σήμερα, είναι τόσο ελκυστικά πεδία οραματισμού, σχεδιασμού, δράσης. Στο ευμετάβλητο κι αποσταθεροποιημένο παγκόσμιο περιβάλλον, οι κοινωνίες κι οι λαοί ασφυκτιούν για νέες ιδέες, νέα οράματα, νέες προσδοκίες κι επιλογές.

Λέμε και ξεναλέμε όλοι σε κάθε ευκαιρία: «Σήμερα ηγέτες δεν υπάρχουν» και, ναι, έχουμε δίκιο. Μέσα σ’ αυτές τις ασφυκτικές για τους πολλούς συνθήκες της πιο άγριας επέλασης του παγκόσμιου καπιταλιστικού κατεστημένου, των οικονομικών συμφερόντων και των πανίσχυρων κέντρων αποφάσεων, προσωπικότητες με κύρος, με γνώση και πυγμή, πολιτικοί με διορατικότητα, έμπνευση και τόλμη λείπουν.


Ο πολιτικός, ο ηγέτης Ανδρέας Παπανδρέου λείπει. Καμιά καρικατούρα ή αυτόκλητος αντικαταστάτης του δεν είναι σε θέση, όχι να τον μιμηθεί ή να τον υποκαταστήσει, αλλά να αντιληφθεί το μέγεθος της ευθύνης, του χρέους και των προκλήσεων που πρέπει ν’ αντιμετωπίσει και ν’ αναμετρηθεί μαζί τους.

Κανείς από τους σημερινούς διαχειριστές της εξουσίας στον τόπο μας δεν μπορεί να σχεδιάσει λίγο πιο πέρα απ’ τη ΔΕΘ (!), λίγο πιο πέρα απ’ τις επόμενες εκλογές. Μέχρι εκεί φτάνει το μπόι τους, μέχρι εκεί φτάνει η δυναμική τους, η λογική τους. Γι’ αυτό στέκονται εικονικά δίπλα στον Ανδρέα, για να κλέψουν κάτι απ’ τη λάμψη του, ν’ αρπάξουν κάτι απ’ το πνεύμα του, να παραστήσουν πως συμμερίζονται τις ιδέες του, να υποκριθούν πως μπορούν να σταθούν πολιτικά.

Το μόνο που πετυχαίνουν είναι να χαθούν κάτω απ’ τη σκιά του, αλλά, ταυτόχρονα –και δεν χαίρομαι γι’ αυτό– ν’ αναπαράγουν για άλλη μια φορά τη μιζέρια τους, να διαλαλήσουν ακόμα μια φορά τη φτώχεια των ιδεών τους, ν’ αποκαλύψουν ακόμα μια φορά την ιδιοτέλεια και τον καιροσκοπισμό τους.

Για τον Ανδρέα Παπανδρέου είναι εύκολο να μιλά όπως θέλει ο οποιοσδήποτε, μπορεί να γράφει ο καθένας ό,τι θέλει, να υποστηρίζει ό,τι νομίζει, γιατί απλώς ο Ανδρέας Παπανδρέου, ο Ανδρέας του λαού και του καθενός μας, δεν έχει ανάγκη από αγιογραφίες και λιβανίσματα, δεν χρειάζεται βιογράφους κι υμνητές· συνομιλεί με όλους όσους τον ακολούθησαν, τον θαύμασαν, τον λάτρεψαν, κατανοεί εκείνους που τον πολέμησαν, τον αδίκησαν, τον συκοφάντησαν, αλλά κι εκδικείται γλυκά εκείνους που, όψιμα, ανεβαίνουν στο σκαμνί για να τον φτάσουν.

8 προβολές0 σχόλια