Αναζήτηση
  • Βαγγέλης Βουτσινάκης

Ένα φεγγάρι


Βγήκα να κλείσω το παράθυρο κι η γλύκα της βραδιάς τράβηξε τα βήματά μου παραέξω. Έκανα δυο τρία βήματα στη βεράντα. Ησυχία στο δρόμο, ψυχή. Τα παράθυρα και τα μπαλκόνια τριγύρω σκοτεινά, κλειστά. Ούτε ο Ορέστης, απέναντι, που μένει ως αργά είχε φως στην κάμαρά του.


Μόνο το φεγγάρι στέκονταν, ψηλά, ανάμεσα απ’ τα κλαδιά μαρτυρώντας την παρουσία μου. Πόσο όμορφο!


Ένα φεγγάρι μεγάλο, έντυνε με το φως του τη σιωπή της γειτονιάς, διαγράφοντας την τεθλασμένη των σπιτιών και φωτίζοντας το ακίνητο κορμί μου.


Ένα φεγγάρι πάνω απ’ την πόλη, πάνω απ’ το κεφάλι μου, άπλωνε το χλωμό του φως ήσυχα, τρυφερά, λες και το βραδινό αεράκι το σκορπούσε ολόγυρα πασπαλίζοντας με τη θαμπή του ομορφιά τη νύχτα.


Αισθάνθηκα το άγγιγμα των στιγμών έντονο πάνω στο δέρμα μου και ρούφηξα με λαχτάρα την μοναδικότητά τους για να φτάσουν ως την ψυχή μου. Να καθαρίσει η σκόνη της καθημερινότητας, να κατακάτσει η κούραση του αποκλεισμού, να διαλυθούν οι σκιές του φόβου, να λάμψει μέσα μου η ελπίδα από την αντιφεγγιά της νύχτας και των εορταστικών Ημερών.


Μεγάλη Πέμπτη προς Παρασκευή. Το Θείο δράμα εξελίσσεται και φέτος με αγκαλιές κλειστές και χείλη σφιγμένα, με αποστάσεις απ’ την ξενοιασιά και μέτρα προστασίας απ’ την ελευθερία.


Ήταν όμως η βραδιά τόσο ανοιξιάτικη και τ’ άγιο φως του φεγγαριού τόσο γλυκό, που με συνεπήραν. Πλησίασα αργά προς την άκρη της βεράντας. Από κάτω, ο δρόμος παύει μέσ’ στο νου μου να ’ναι σιωπηλός και άδειος. Ένας ρυθμικός βηματισμός ηχεί και χαράζει την ησυχία. Ο μελαγχολικός ήχος μιας καμπάνας από κάπου μακριά, κλιμακώνει την ένταση και το δέος της στιγμής.


Ανατρίχιασα.


Από ψηλά βλέπω τον εαυτό μου προσκοπάκι, με το κοντάρι υπομάλης δίπλα στον Επιτάφιο της Παναγίτσας στην Παλατιανή.


Μια πομπή. Ένα μεγάλο ανθρώπινο ποτάμι, με τις λαμπάδες στα χέρια ακολουθεί με κατάνυξη και σεβασμό. Ένα ποτάμι γεμάτο γνωστούς κι αγνώστους, όπως συμβαίνει συνήθως σ’ αυτές τις λιτανείες στους δρόμους πίσω απ’ τον επιτάφιο.


Κι ήταν ανάμεσα και φίλοι που μεγαλώσαμε μαζί, που δουλέψαμε δίπλα – δίπλα, που γελάσαμε με τις ίδιες χαρές και κλάψαμε στις ίδιες στεναχώριες. Ο Γιάννης, ο Πάνος, η Στέλλα...


Κι ήταν κι άλλοι γνωστοί που χαθήκαμε στους γύρους της ζωής κι άλλοι που έφυγαν νωρίς, μόνοι. Ο Νίκος, η Μαριάννα, ο Αντώνης...


Ήταν κι άγνωστοι, από κοντά, να κρατούν τα παιδιά τους τρυφερά απ’ το χέρι και ηλικιωμένοι παραπίσω, να σταυροκοπιούνται κάθε τόσο.


Και στη διασταύρωση εκεί στη γωνία, συναντώνται κι άλλοι επιτάφιοι της ζωής μου, ο επιτάφιος του Αγίου Νικολάου, του Αγίου Δημητρίου, της Μεταμόρφωσης του Σωτήρα, της Αγίας Γλυκερίας, του Αγίου Τρύφωνα. Από παντού ένας ύμνος δονεί το είναι μου και τα δάκρυα φτάνουν ως τις άκρες των ματιών αυθόρμητα. Δάκρυα συγκίνησης, για χρόνια και ανθρώπους περασμένα, για όνειρα ξεθωριασμένα, για συναισθήματα ξεχασμένα.


«Αι γενεαί πάσαι ύμνον τη ταφή σου προσφέρουσι Χριστέ μου»


Κι έρχεται ένα χέρι, ανεπαίσθητα, ένα χέρι αγαπημένο, και χαϊδεύει τρυφερά τα μαλλιά μου και στέλνει τ’ άγγιγμά του να σμίξει μ’ όλο το δέος και την ένταση που με κατακλύζει για να γίνουν τα δάκρυά μου, δάκρυα αγάπης, χαράς, δάκρυα ανάτασης κι ανάστασης.


«Έλα, έλα μαζί μου!» μια γνώριμη φωνή ψιθυρίζει. «Είναι αργά!»


Το φεγγάρι θαμπό, μέσα στη νύχτα τη βαθιά, τη Μεγάλη, συνέχιζε το ταξίδι του πάνω απ’ των ανθρώπων τις καρδιές και τα έργα. Ένα ταξίδι αδιάκοπο κι ατέρμονο, ακούραστο.

Ένα φεγγάρι επουράνιο στόλιζε τα επίγεια κι εμένα μαζί με αγκάλιαζε -όπως το χέρι της- με φως ελπίδας, χαρίζοντάς μου γαλήνη στην ψυχή και στη σκέψη.


Μέσα σε τόση ομορφιά, κάπου αισθάνθηκα πως βρίσκεται κι η δική μου η Ανάσταση.

27 προβολές0 σχόλια