top of page
Αναζήτηση
  • Εικόνα συγγραφέαΒαγγέλης Βουτσινάκης

Το μέλλον σαν καραμέλα.


Ποιο μέλλον ζούμε, άραγε, στις μέρες μας; Εκείνο που ξεκίνησε; Το καλύτερο; Των πολλών; Αυτό που έχει όνομα; Των παιδιών μας; Το αισιόδοξο; Της Ελλάδας ή το Ευρωπαϊκό;

Η λέξη «Μέλλον» έχει χρησιμοποιηθεί τόσο πολύ κι από τόσους πολλούς στις εκλογικές διαδικασίες τής χώρας, είτε πρόκειται για εθνικές εκλογές, είτε για αυτοδιοικητικές. Κόμματα, συνδυασμοί και υποψήφιοι γι’ αυτό διακυρήττουν ότι νοιάζονται κι αγωνίζονται, γι’ αυτό επιδιώκουν την υποστήριξη και, βεβαίως, την ψήφο μας· για το «μέλλον».


Το «κακό» μ’ αυτή τη λέξη, είναι ότι επιχειρείται να χρησιμοποιηθεί τις πιο πολλές φορές σαν Κολυμβήθρα του Σιλωάμ ή σαν σφουγγάρι, που επιδιώκει να σβήσουμε, να παραβλέψουμε ή να ξεχάσουμε το παρελθόν και το παρόν και ν’ ατενίσουμε μπροστά, σαν το παρελθόν να μην υπήρξε ποτέ, να μην έχει προκαλέσει ή -ενδεχομένως- να μην εξακολουθεί να προκαλεί αποτελέσματα και συνέπειες στο παρόν.


Η επίκλιση του μέλλοντος είναι ένας βολικός επικοινωνιακά τρόπος για ν’ αποφεύγουμε ενοχλητικές αναφορές ή συζητήσεις για πεπραγμένα και γεγονότα που έχουν ενοχλήσει ή -και- προκαλέσει. Πετάμε, έτσι, ένα «Μέλλον» κι ένα «Κοιτάμε μπροστά» και νομίζουμε ότι έχουμε ξεμπερδέψει με απολογισμούς, αυτοκριτικές και συγγνώμες.


Με τον τρόπο αυτό επιδιώκουμε οι αποδέκτες τής προτροπής μας, συναισθηματικά αντιδρώντας, να «δώσουν τόπο στην οργή» -κατά τη λαϊκή ρήση- και να πεισθούν ότι από ‘δω και πέρα -στο «μέλλον» μ’ άλλα λόγια- όλα θα κυλύσουν καλύτερα και σύμφωνα με τις επιθυμίες και τις προσδοκίες τους.


Οι διαψεύσεις ουκ ολίγες κι ο λόγος, κατά τη γνώμη μου, είναι απλός, εφόσον το παρελθόν είναι καθοριστικό για το παρόν, είναι αυτό που γνωρίζουμε, μπορούμε να δούμε, να θυμηθούμε και να κρίνουμε, να συγκρίνουμε· το μέλλον, αντίθετα, είναι άδηλο και δεν μπορεί να προβλεφθεί με ασφάλεια, να ελεγχθεί απόλυτα· οι άνθρωποι -ιδιαίτερα οι με τα κοινά ασχολούμενοι, πολύ δε περισσότερο τα κόμματα- έχουν την τάση προεκλογικά να επαναλαμβάνονται και μετά τις εκλογές, εν πολλοίς, ν’ αυτοδιαψεύδονται.


Για ν’ ακολουθήσω, λοιπόν, κάποιον λίγο πριν τις εκλογές προς το «μέλλον», θα πρέπει να μπορούν τα πεπραγμένα του να με πείσουν, θα πρέπει να μ’ έχει κερδίσει η δημόσια στάση και παρουσία του, η συνέπειά του, θα πρέπει να μου εμπνέει εμπιστοσύνη· να τον πιστεύω.

Ειδάλλως, όσο «μέλλον» κι αν πιπιλιέται σαν καραμέλα, όσες νέες αρχές κι αφίξεις αιωρούνται "στα μανταλάκια", όσες καλές προθέσεις κι αν διατυμπανίζονται, κουμπώνομαι· «ο δρόμος προς την κόλαση είναι στρωμένος με τις καλύτερες προθέσεις» [δεν το λέω εγώ, ο Δάντης το είπε -όχι, ασφαλώς, ο Χρήστος!]

5 Προβολές0 Σχόλια

Πρόσφατες αναρτήσεις

Εμφάνιση όλων

コメント


bottom of page